Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, πρώην Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ευβοίας και πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων
Ιστολόγιο του Βαγγέλη Αποστόλου - Βουλευτής Ευβοίας ΣΥΝ 1996-2000, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ευβοίας 2012-2023, Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων 2015-2018
Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, πρώην Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ευβοίας και πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων
Άρθρο του Βαγγέλη
Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Εύβοιας & πρώην Υπουργού
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών τη Δευτέρα 14/02/2022
Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην Υπουργού,
στην Εφημερίδα
των Συντακτών τη Δευτέρα 7/6/2021
Καθώς
οδεύουμε, όπως όλα δείχνουν, προς ολοκλήρωση των μακροχρόνιων διαβουλεύσεων για
την οριστικοποίηση του μεταρρυθμιστικού πακέτου της νέας Κοινής Αγροτικής
Πολιτικής (ΚΑΠ) 2023-2027, κορυφώνονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των τριών αρμόδιων
οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.), δηλαδή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στη
διαδικασία αυτή αναδεικνύονται ουσιαστικά θέματα που αφορούν το κοινό μέλλον
της ευρωπαϊκής γεωργίας, όπως είναι η πλήρης εσωτερική σύγκλιση των ιστορικών
δικαιωμάτων με όρους δίκαιης οικονομικής και κοινωνικής μετάβασης, οι
συνδεδεμένες ενισχύσεις με στοχευμένη στήριξη των γεωργικών προϊόντων που
αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διεξόδου στις αγορές και η κοινωνική αιρεσιμότητα
ως μηχανισμού ελέγχου τήρησης της κοινωνικής-εργατικής νομοθεσίας από τους
αγρότες, ενώ καταδεικνύεται η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον σχεδιασμό από την
εφαρμογή, τις φιλοδοξίες από την πραγματικότητα, τις προσδοκίες και τις
επιθυμίες από τον ρεαλισμό, ειδικά ως προς το κεντρικό επίδικο της
διαβούλευσης, που αφορά την «πράσινη αρχιτεκτονική» της νέας ΚΑΠ.
Ως
προς τα παραπάνω θέματα υπάρχει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Συμβουλίου και
Κοινοβουλίου, καθώς θεωρείται ότι συμβάλλουν καθοριστικά στον προσανατολισμό
της νέας ΚΑΠ αναφορικά και με τους τρεις γενικούς στόχους που έχει θέσει και οι
οποίοι αφορούν την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα της
γεωργίας και των αγροτικών περιοχών της Ε.Ε.
Η
περιβαλλοντική διάσταση, σε συνδυασμό με τη κλιματική αλλαγή και την αυξημένη
ευαισθητοποίηση της κοινωνίας ως προς τα περιβαλλοντικά θέματα, οδήγησε στη
διαμόρφωση μιας περισσότερο «πράσινης ατζέντας» από την Ε.Ε., η οποία οδήγησε
στην Πράσινη Συμφωνία και ειδικά για τη γεωργία στις στρατηγικές «Από το
αγρόκτημα στο πιάτο» και «Βιοποικιλότητα». Κατ' επέκταση υπήρξε και η δέσμευση
για ενσωμάτωση της πράσινης στροφής στο σύνολο των πολιτικών της Ενωσης,
συμπεριλαμβανομένης της ΚΑΠ.
Η
διαβούλευση συνεπώς για τη νέα ΚΑΠ άπτεται του βαθμού ενσωμάτωσης σε αυτήν των
κλιματικών και περιβαλλοντικών στόχων σε βάθος ουσιαστικά πενταετίας
(2023-2027), με το Συμβούλιο να επιθυμεί μια ήπια προσαρμογή καθώς οι νέες και
πιο φιλόδοξες δεσμεύσεις που θα χρειαστεί να αναλάβουν οι παραγωγοί
προϋποθέτουν αφ' ενός περισσότερο χρόνο προσαρμογής και αφ' ετέρου
περισσότερους πόρους που, όπως διαπιστώσαμε από τη συμφωνία για το Πολυετές
Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), δεν διατίθενται, αφού οι πόροι του για τη νέα ΚΑΠ
μειώθηκαν σε επίπεδο Ε.Ε. Υπό αυτό το πρίσμα, η ήπια προσαρμογή την οποία
επιδιώκει το Συμβούλιο μεταφράζεται για παράδειγμα:
Για
τη χώρα μας, με την υφιστάμενη παραγωγική διάρθρωση της αγροτικής της
οικονομίας, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των γεωργικών της προϊόντων, την ήπια
σχετικά άσκηση της γεωργικής δραστηριότητας με το χαμηλό περιβαλλοντικό
αποτύπωμα, την πλούσια βιοποικιλότητα, τον μεγάλο αριθμό προστατευόμενων
περιοχών (Natura και Υψηλής Φυσικής Αξίας), το σημαντικό ενεργειακό δυναμικό
κ.λπ., ο «πράσινος μετασχηματισμός» δεν αποτελεί ένα εγχείρημα που θα πρέπει να
μας φοβίζει ή να μας δημιουργεί επιφυλάξεις. Απλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η
ελληνική γεωργία όχι μόνο ποιοτικά, αλλά και οικολογικά, συγκαταλέγεται στις
πιο φιλικές προς το περιβάλλον της Ε.Ε.
Γι'
αυτό και η γεωργία μας αποτελεί το ενδεδειγμένο αναπτυξιακό μοντέλο, αρκεί να
συνοδεύεται από δυνατότητες που θα επιτρέπουν τόσο στους Έλληνες αγρότες να
προσαρμοστούν ομαλά, διασφαλίζοντας την απασχόληση και το εισόδημά τους, όσο
και στις αγροτικές περιοχές να διατηρήσουν την ελκυστικότητα και τη δυναμική
τους, ώστε να μην εγκαταλειφθούν.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Χαλκίδα, 21 Ιανουαρίου 2021
Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 14/12/2020
Σε όλες τις προσεγγίσεις της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας το αγροδιατροφικό σύμπλεγμα, που κατέχει δεσπόζουσα θέση, απουσιάζει από την έκθεση Πισσαρίδη. Μια γενικόλογη αναφορά υπάρχει στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την προσφορά περισσότερων ευκαιριών στα πιο αδύναμα νοικοκυριά, που ασφαλώς είναι τα αγροτικά.
Για να υπηρετήσουμε όμως τον αγροτικό μας χώρο καλύτερα επιβάλλεται να συνδέσουμε την επόμενη ημέρα του με συγκεκριμένες και μετρήσιμες παρεμβάσεις, ώστε να ανταποκριθούμε με επιτυχία στις προκλήσεις τού σήμερα και του αύριο, προκλήσεις σύνθετες και πολυδιάστατες που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο και διεθνοποιημένο περιβάλλον.
Ενα περιβάλλον που θέτει, μέσω της νέας ΚΑΠ, τους δημοσιονομικούς και επιχειρησιακούς στόχους, όρους και προϋποθέσεις για την άσκηση της αγροτικής πολιτικής στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., αλλά και υπηρετεί μέσω των διεθνών αγορών τους κανόνες του ανταγωνισμού και τις νέες τάσεις στη ζήτηση των γεωργικών προϊόντων και στις καταναλωτικές συνήθειες.
Για τους λόγους αυτούς, στο επίκεντρο του εθνικού στρατηγικού μας σχεδίου για τον αγροδιατροφικό τομέα πρέπει να βρίσκεται η ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας και η αναβάθμιση της ελληνικής υπαίθρου με όρους βιώσιμης, έξυπνης και πράσινης παραγωγής υγιεινών και ασφαλών τροφίμων, αύξησης των ευκαιριών απασχόλησης και μείωσης των οικονομικών, κοινωνικών και χωρικών ανισοτήτων.
Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η προσδοκία, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις και οι ανάγκες που συνδέονται τόσο με τον πρωτογενή τομέα όσο και με τα αγροτικές περιοχές της χώρας και οι οποίες αφορούν:
● Τις διαρθρωτικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν προκειμένου να αντιμετωπιστούν τόσο τα προβλήματα της δεκαετούς οικονομικής κρίσης και της πανδημίας Covid-19, όσο και τα διαχρονικά διαρθρωτικά προβλήματα των κλάδων της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τα οποία έχουν να κάνουν με την αποεπένδυση, τη χαμηλή παραγωγικότητα και το υψηλό κόστος παραγωγής, τον μικρό και πολυτεμαχισμένο γεωργικό κλήρο της χώρας, τον χαμηλό βαθμό οργάνωσης των παραγωγών σε συλλογικά σχήματα, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και την ασθενή διαπραγματευτική θέση των παραγωγών στην αγροεφοδιαστική αλυσίδα.
● Τον επαναπροσδιορισμό των τομεακών πολιτικών που έχουν να κάνουν π.χ. με τη κατανομή των ιστορικών δικαιωμάτων ή τις συνδεδεμένες ενισχύσεις και τη στήριξη προϊόντων χωρίς προοπτική βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς τους, διαμορφώνοντας εκ νέου συνθήκες πιο δίκαιου γεωργικού εισοδήματος (με περιορισμό των διαφορών στο επίπεδο των άμεσων ενισχύσεων), απεξάρτησης από τις επιδοτήσεις και στροφής προς ένα μοντέλο παραγωγής προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας με υψηλότερες τιμές και ευνοϊκότερους όρους ανταγωνισμού στην αγορά.
● Τη μεταστροφή της ζήτησης σε προϊόντα αγροδιατροφής υψηλής προστιθέμενης αξίας, πιστοποιημένα και ασφαλή, καθώς και για γεωργικά προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον, βιολογικά, ΠΟΠ και ΠΓΕ. Κατ’ επέκταση η στρατηγική θα πρέπει να εστιάζει στην ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και της ποιότητας των αγροτικών μας προϊόντων και την εξωστρέφεια μέσω της πιστοποίησης, της προβολής και προώθησής τους σε εγχώριες και ξένες αγορές.
● Την αντιμετώπιση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ταυτόχρονα με την υιοθέτηση περισσότερο φιλόδοξων φιλοπεριβαλλοντικών δράσεων για την ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων, τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, την προστασία των δασών, του φυσικού τοπίου και των προστατευόμενων περιοχών, τον περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων/φυτοφαρμάκων/αντιβιοτικών, την ενθάρρυνση της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, την ευζωία των ζώων.
● Την εδαφική και κοινωνική συνοχή των περιφερειών και των αγροτικών περιοχών. Η επιχειρηματικότητα στον πρωτογενή τομέα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το επίπεδο ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών της χώρας και, κατά συνέπεια, επηρεάζεται άμεσα από τα προβλήματα που αυτές αντιμετωπίζουν, ιδιαίτερα οι νησιωτικές, οι ορεινές και οι μειονεκτικές, οι οποίες είναι ακόμη πιο ευάλωτες από τις υπόλοιπες στην εγκατάλειψη και γήρανση του πληθυσμού, στον κίνδυνο φτώχειας, στην έλλειψη προσβασιμότητας.
Για να υπηρετηθούν οι κατευθύνσεις αυτές θα πρέπει η στρατηγική μας να εστιαστεί στην ανάπτυξη βασικών υποδομών που θα προάγουν την έρευνα και την καινοτομία, την εκπαίδευση, τη συνεργασία και τη συμβουλευτική υποστήριξη στον πρωτογενή τομέα, θα εξασφαλίζουν την προσβασιμότητα, την εξοικονόμηση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων (κυρίως τη διαχείριση του νερού) των αγροτικών περιοχών, τη συνολική αναβάθμιση και ανάπλαση των οικισμών τους ώστε να καταστούν περισσότερο παραγωγικές αλλά και ελκυστικές για περαιτέρω τουριστική, περιβαλλοντική ή/και άλλη αξιοποίησή τους.
Και βέβαια η υλοποίηση αυτών περνάει μέσα από την εξασφάλιση του κατάλληλου επενδυτικού περιβάλλοντος, το οποίο θα ενθαρρύνει την υλοποίηση επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα. Η έλλειψη ρευστότητας και η περιορισμένη χορήγηση δανείων σε γεωργικές επιχειρήσεις στις παρούσες συνθήκες αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας στον τομέα και συνεπώς θα πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις μέσω της ενεργοποίησης χρηματοδοτικών εργαλείων σε συνεργασία με τα διαρθρωτικά επενδυτικά ταμεία, το ταμείο ανάκαμψης, το ταμείο δίκαιης μετάβασης.
https://www.efsyn.gr/node/272908