Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Μια ολοκληρωμένη πρόταση για τις πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον

Άρθρο του Β. Αποστόλου πρώην Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ευβοίας και πρώην Υπουργού ΑΑΤ

Δημοσιεύτηκε στo New247.gr την Τρίτη 9/4/2024

Η ανακοίνωση της Πολιτικής Προστασίας για την εμφάνιση πρώιμων επεισοδίων πυρκαγιάς δεν είναι κάτι το καινούργιο. Το ερώτημα όμως που μπαίνει είναι κατά πόσο μπορεί η Πολιτική Προστασία να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Για ένα και μόνο λόγο: γιατί τα Δάση έχουν αφεθεί χωρίς διαχείριση.

Πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια, τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές.

Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια προσέγγιση που θα υπηρετεί το τρίπτυχο: ΠΡΟΛΗΨΗ -ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ –ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ.

Οι καταστροφικότερες πυρκαγιές στη χώρα μας ήταν πάντα οι αγροτοδασικές, δηλαδή αυτές της επαρχίας. Και την ευθύνη αντιμετώπισης μέχρι το 1998 , που έγινε η μεταφορά της ευθύνης στη Πυροσβεστική Υπηρεσία, την είχε η Δασική Υπηρεσία. Είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί λειτουργούσε αποτελεσματικά η έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δε μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της γιατί αυτό σημαίνει αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες.

Σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων.

Πρόληψη σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών. Μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά. Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική. Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Το κυρίαρχο όμως μέλημα της επόμενης ημέρας, στις πληγείσες από πυρκαγιές περιοχές, αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση εκείνων των παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν τη περιβαλλοντική αποκατάσταση.

Πρώτο βήμα η οριοθέτηση των καμένων και η καταγραφή τους, από την οποία πρέπει να αναδειχτούν, χωριστά, οι καταστροφές στα δασικού, αγροτικού και αστικού χαρακτήρα εδάφη.

Τα δασικά κηρύσσονται άμεσα αναδασωτέα σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 που αναφέρει ότι κι αυτό ισχύει και για τις εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες από προηγούμενες πυρκαγιές, δηλαδή η εκ νέου κήρυξή τους είναι υποχρεωτική. Η πράξη κήρυξης αναδασωτέων των καμένων εκτάσεων πρέπει να παρακολουθείται μέχρι την ολοκλήρωσή της, μη επιτρεπομένης της αναστολής ή της κατάργησής της, αφού πρόκειται για υποχρέωση της Πολιτείας που έχει άμεση σχέση με συνταγματική υποχρέωση.

Μέχρι σήμερα συμβαίνει το παράδοξο: Καμία πράξη κήρυξης αναδασωτέων, δηλαδή από το 1975 που θεσπίστηκε συνταγματικά η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν έχει ολοκληρωθεί, δηλαδή δεν εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πράξης.

Οι ζημιές στις υπόλοιπες εκτάσεις και στα ακίνητα πρέπει επίσης να καταγράφονται γιατί συνδέονται με τη διαβίωση των πληγέντων. Είναι πολλοί οι κάτοικοι που έχουν σχέση ζωής με όλες αυτές τις εκτάσεις, είτε με κύριο, είτε με συμπληρωματικό εισόδημα και γι αυτό το πρώτο που ζητούν είναι να τους καταβληθούν έγκαιρα οι να αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις που δικαιούνται.

Πάνω από όλα όμως βασικό ζητούμενο για αυτούς είναι να μείνουν στις ρίζες τους, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν ή και μια άλλη που θα τους προτείνονταν.

Την ίδια βέβαια στιγμή πρέπει να ολοκληρώνονται οι εργασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης, δηλαδή της αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα:

1) Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και

2) η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.

Σχετικά όμως με τα δάση, καμένα και μη, θα εμφανιστούν και πολλά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως της κυριότητας, της δάσωσης αγρών, της λειτουργίας των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, αλλά και των συνεταιρισμών εργασίας.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση, δραστηριοποιούνταν κι ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν αυτή που του εξασφάλισε τη παραμονή στα χωριά του, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές που η δραστηριότητά τους συνδέεται με τη Χαλέπιο πεύκη, το κατ΄ εξοχήν πυρόφιλο είδος που υφίσταται τις μεγαλύτερες καταστροφές, οι δασεργάτες, και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Όλοι αυτοί λόγω της καταστροφής πρέπει να απασχοληθούν με εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη. Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας.

Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση να εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη. Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία.

Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών συγκεκριμένων χορτολιβαδικών εκτάσεων εκτάσεων με χαμηλή ξυλώδη βλάστησης και απόδοσής τους στην κτηνοτροφία. Το ίδιο πρέπει να γίνει και για τις ελαιοκαλλιέργειες που κατά μεγάλο μέρος αναφέρονται σε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις. Δε μπορεί σήμερα να επιτρέπεται η εγκατάσταση ΑΠΕ σε καμένες δασικές εκτάσεις και την ίδια ώρα τα ελαιοπερίβολα να μην μπορούν να υπηρετήσουν τον αγροτικό τους χαρακτήρα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα.

Με μια τέτοια συστηματική υπηρέτηση όλων των παραπάνω είναι σίγουρο ότι όλο το φυσικό περιβάλλον που καταστράφηκε μπορεί να επανέλθει στην προτέρα της καταστροφής κατάσταση, η οποία θα επιτρέψει σε όλους όσους είχαν κάποια σχέση με την αποκατάσταση, να συνεχίσουν και με τη προστασία του».


Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

Για όλα φταίνε οι άλλοι και ο κακός καιρός

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου* στην εφημερίδα ΑΥΓΗ της Κυριακής

https://www.avgi.gr/koinonia/459504_gia-ola-ftaine-oi-alloi-kai-o-kakos-kairos


Ακόμη και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές οι πυρκαγιές σε πολλές περιοχές της χώρας συνεχίζονται, με τη Δαδιά για 14η ημέρα να έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις που αγγίζουν τα 900 εκατ. στρ. και συνολικά σε όλη την Ελλάδα να ξεπερνά τα 1,7 εκατ. Αυτό που σε πρώτη προσέγγιση δείχνουν είναι ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να οργανώσει σωστά το πιο αδύνατο κομμάτι της αντιπυρικής δασοπροστασίας, την πρόληψη - έγκαιρη επέμβαση.

Όταν το 1998 επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία (Δ.Υ.) στη Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ.), είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, όπως γίνεται σήμερα. Κι αυτό γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Θα αναρωτηθούν πολλοί: Θα λυθεί το πρόβλημα αν επανέλθει η ευθύνη στη Δ.Υ; Δυστυχώς όχι, αφού η μεταφορά ήταν καταστροφική, όχι μόνο γιατί έγινε απροετοίμαστα, αλλά και γιατί συνοδεύτηκε με την καταστροφή 1 εκατ. στρ. δασών.

Το χειρότερο, όμως, όλων ήταν το παράδοξο που άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος. Οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό, δεν συμμετείχαν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος γιατί δεν μπορούσε πλέον να τα διαχειριστεί η Δ.Υ.

Πολλά τα ερωτήματα που μπαίνουν προς την Πολιτεία, γιατί άφησε τα δάση χωρίς διαχείριση; Ποιος ασχολείται με τα δάση το χειμώνα; Η Π.Υ. ασφαλώς όχι, η Δ.Υ. και να το ήθελε δεν θα μπορούσε, λόγω υποστελέχωσης όλων των υπηρεσιών της. Υπάρχουν ευθύνες για όλα αυτά.

Η απουσία όμως αυτή έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί που φτάσαμε η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα.

Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της, φτάνοντας μέχρι το σημείο η χρηματοδότησή της να αποτελεί το φτωχό συγγενή της καταστολής.

Πρόληψη σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σημαίνει αντιπυρικό σχεδιασμό και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι αντιπυρικές ζώνες.

Σήμερα το 100% των δασών και των προστατευόμενων περιοχών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων, δηλαδή δεν επιτρέπει την παρέμβαση των ανθρώπων που ζούσαν από το δάσος.

Έχει συγκροτηθεί μια ομάδα δασοπυροσβεστών για την πρώτη επέμβαση, οι γνωστοί δασοκομάντος. Είναι αδιανόητη η καθυστέρηση τους να καλύψουν τις ανάγκες της πρώτης επέμβασης για το σβήσιμο, αλλά και τη δράση των πεζοπόρων τμημάτων μετά την απομάκρυνση των εναέριων μέσων.

Εγκληματούν σε βάρος των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας, αυτοί που ενώ γνωρίζουν τις επικίνδυνες για πυρκαγιά περιοχές δεν έχουν φροντίσει να καλύψουν τις ανάγκες αυτές. Υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες και ασφαλώς η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει γιατί δεν ανανέωσε το 2019 το Κοινωφελές Πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, με το οποίο θα εντάσσονταν στην πρόληψη 5.ΟΟΟ άτομα που προέρχονταν από την τοπική κοινωνία.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και τις επιπτώσεις των καταστροφών που προξενούνται στο αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Αυτό όμως που δεν έχει γίνει αντιληπτό από το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι ότι το 60% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα της χώρας μας, δηλαδή περί τα 42 εκατ. στρ. χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Η διαχείριση και αξιοποίηση αυτών των εκτάσεων δεν απασχόλησαν την κυβέρνηση της ΝΔ. Αντίθετα οι εκτάσεις αυτές έλυσαν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κι άλλα προβλήματα στο χώρο της κτηνοτροφίας. Μετά από μια επίπονη προσπάθεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε για την πρόταση OMNIBUS στη χώρα μας να έχει ο νέος ορισμός για τα μόνιμα βοσκοτόπια τη δυνατότητα να ενταχθεί η χαμηλή ξυλώδης βλάστηση, αποφεύγοντας επιπλέον και το άλλο μεγάλο πρόβλημα που μας απειλούσε, αυτό της πλήρους εξωτερικής σύγκλισης των κοινοτικών ενισχύσεων.

Σημειώνω ότι όσες εκτάσεις από αυτές έχουν καεί πρέπει να κηρυχθούν αναδασωτέες και να αντικατασταθούν από διαθέσιμες για επιλεξιμότητες, για να μην υπάρξει πρόβλημα τόσο με τις ενισχύσεις, όσο και με τις αναδασωτέες.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τους δασικούς χάρτες, που στο σύνολό τους βρίσκονται σε εκκρεμότητα εδώ και χρόνια, τότε εξηγείται γιατί η προχειρότητα και η μετάθεση ευθυνών εξακολουθούν καλά να κρατούν. Φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει αναγάγει την επικοινωνιακή διαχείριση ως το μοναδικό εργαλείο για τη θεραπεία των προβλημάτων της χώρας.

* Ο Βαγγέλης Αποστόλου είναι πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Ευβοίας και πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Δασοπυρόσβεση: το δόγμα εκκένωση – εναέρια καταστολή δεν αρκεί


Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με μελτέμια, υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές.

Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Για την αντιμετώπιση αυτών των πυρκαγιών και των συνεπειών τους ασφαλώς και πρέπει να εφαρμόζονται τόσο οι εκκενώσεις όσο και η καταστολή με εναέρια μέσα. Όμως η εμπειρία από την αποκλειστική χρήση τους δε λύνει το πρόβλημα.
Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που προέκυψαν αργότερα. και αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης.

Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση.
Ξεκινώ από τις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας. Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στην Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στην πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.
Είναι αναμφισβήτητο ότι εδώ που φτάσαμε η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της, που σημαίνει:
-αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες (σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων).
-φύλαξη και περιπολίες στα δάση (σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών).
-μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά, που μπορεί να επιτευχθεί με περαιτέρω ενίσχυση των δασοκομάντος.

Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.
Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και την επόμενη της καταστροφής ημέρα. Eκεί λοιπόν στις πληγείσες περιοχές πρέπει να διασφαλιστούν τόσο η κάλυψη των ζημιών όσο και και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος.

Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.
Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.
Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα: Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.





Τρίτη 9 Μαΐου 2023

Επίσκεψη Βαγγέλη Αποστόλου στην Πυροσβεστική και το Δασαρχείο Χαλκίδας

Χαλκίδα, 9 Μαΐου 2023

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Δήλωση του Βαγγέλη Αποστόλου, υποψηφίου Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Ευβοίας και πρώην Υπουργού, με αφορμή την επίσκεψή του στην Πυροσβεστική και το Δασαρχείο Χαλκίδας.

«Στη χώρα μας, η προστασία των δασών από τις πυρκαγιές δυστυχώς έχει περιοριστεί μόνο στην καταστολή. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισης του περιβάλλοντος. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα, όμως ταυτόχρονα απαιτείται και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά.

Βέβαια για να υπηρετηθούν όλα αυτά πρέπει να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση τέτοια που
τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Από την ουσιαστική συζήτηση που είχα με τους ανθρώπους της Πυροσβεστικής και του Δασαρχείου, το συμπέρασμα είναι πως υπάρχει υποστελέχωση προσωπικού και ασαφής απόδοση διαχειριστικών αρμοδιοτήτων. Οπωσδήποτε όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση είναι απαραίτητοι, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία μεταξύ τους. Ταυτόχρονα οι υπηρεσίες αυτές είναι αναγκαίο να στελεχωθούν με νέο, περισσότερο προσωπικό και να ενισχυθούν με μεγαλύτερους πόρους».




Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Βαγγέλης Αποστόλου: Καταργούν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου στερώντας κάθε δυνατότητα υπεράσπισης της περιουσίας του

Χαλκίδα, 14 Μαρτίου 2023

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Τοποθέτηση του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Ν. Ευβοίας και πρώην Υπουργού, κατά τη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου, με θέμα ημερήσιας διάταξης την συνέχιση της επεξεργασίας και εξέτασης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Μετονομασία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας σε Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και διεύρυνση του αντικειμένου της με αρμοδιότητες επί των υπηρεσιών ύδατος και της διαχείρισης αστικών αποβλήτων, ενίσχυση της υδατικής πολιτικής - Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέσω της ενσωμάτωσης των οδηγιών ΕΕ 2018/2001 και 2019/944 – Ειδικότερες διατάξεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος».

«Πιστεύω ότι η παρουσία τόσο του Υπουργού όσο και του Γενικού Γραμματέα θα τους δώσει τη δυνατότητα να αφουγκραστούν τις απόψεις, τις προτάσεις που θα καταθέσω. Κατ’ αρχήν θα σταθώ στις παρεμβάσεις της Κυβέρνησης -τωρινές και παλιότερες -στο δασικό χώρο. Είναι πολλές και έχουν ως στόχο την παράδοση των προστατευόμενων περιοχών και των περιοχών Natura στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Επίσης, την εξουδετέρωση χιλιάδων πράξεων κήρυξης αναδασωτέων και κυρίως την κατάργηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το άρθρο 24 του Συντάγματος, που πολλές φορές ως τώρα επιχειρήθηκε η κατεδάφιση του, κατοχυρώνει ρητά την αρχή της αειφορίας, ορίζοντας ότι «απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση τους που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Είναι το άρθρο 117 του Συντάγματος που υπερασπίζεται αυτή την αειφορία εισάγοντας το περιβαλλοντικό ισοζύγιο με τη διατύπωση ότι «δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώνονται, δεν αποβάλλουν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν και κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα αποκλείοντας τη διάθεσή τους για άλλο προορισμό». Μάλιστα για το άρθρο 117 δεν είχε υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση πλην της αδιανόητης απόφασης 2499/2012 του ΣτΕ που αναφέρει ότι «σκοπός της διάταξης του άρθρου 117 του Συντάγματος παρά την απόλυτη διατύπωσή της δεν ήταν η παντελής απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης σε αναδασωτέα έκταση» εντάσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά στο συγκεκριμένο ύψιστο δημόσιο συμφέρον το αίτημα για την εγκατάσταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Μια απόφαση, όμως, που κατέρριψε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, η οποία ρητά αναφέρει στην Έκθεσή της ότι «πράξεις κήρυξης αναδασωτέων, δεν μπορούν να ανακληθούν».

Επιχειρήσατε, επίσης, κύριοι Υπουργοί, με τον κλιματικό νόμο, να φέρετε μια τροπολογία για άρση αναδασώσεων, με σκοπό την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που αναγκαστήκατε να την αποσύρετε, αλλά την ξαναφέρατε, έχοντας εξουδετερώσει, ουσιαστικά, ένα από τα βασικότερα άρθρα του εκτελεστικού νόμου του Συντάγματος, του ν.998/1979. Και αυτό το κάνατε χρησιμοποιώντας τη μερική κύρωση των δασικών χαρτών, παρότι γνωρίζατε ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντισυνταγματική.

Η κατάσταση για το δασικό χώρο έγινε ακόμα χειρότερη με μια εγκύκλιο που εξέδωσε στις 12/10/2022 ο Γενικός Γραμματέας Δασών, με την οποία εισάγει την κατάργηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Το τεκμήριο, όμως, αυτό υπάρχει εδώ και 187 χρόνια και απορρέει από τις συνθήκες απελευθέρωσης της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο έχει το δικαίωμα να το προβάλλει στις μη καλλιεργούμενες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις συγκεκριμένων περιοχών. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις υπερασπίστηκαν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, αναδεικνύοντας, ταυτόχρονα, ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο – το τονίζω, για μαχητό τεκμήριο – που παρέχει δυνατότητες αναγνώρισης κυριότητας και σε τρίτους. Τέτοιες εκτάσεις είναι, για παράδειγμα, τα περισσότερα ελαιοπερίβολα, τα οποία έχουν συνδεθεί με νομές που φτάνουν μέχρι σήμερα χωρίς αναζήτηση κυριότητας. Αρκεί η απλή δήλωση ΟΣΔΕ για να τεκμηριωθεί και σε αυτές τις περιπτώσεις η αλλαγή χρήσης. Η δήλωση ΟΣΔΕ είναι αυτή που, ουσιαστικά, ερμηνεύει το οικονομικό τεκμήριο για τις συγκεκριμένες εκτάσεις.

Η αναγνώριση, βέβαια, της κυριότητας μπορούσε να γίνει είτε με νομοθετική παρέμβαση του Ελληνικού Κράτους με το βασιλικό διάταγμα του 1836, το πρώτο διάταγμα που προστάτευε τις συγκεκριμένες εκτάσεις, μέχρι και την πιο πρόσφατη του ν.3203/2003, είτε με αναγνωριστικές αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών, στο οποίο προσέφευγαν οι ενδιαφερόμενοι, είτε με αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων, αρκεί να ακολουθούνταν οι νόμιμες διαδικασίες. Εσείς τι κάνατε; Τα καταργείτε όλα αυτά, εξαφανίζοντας τη δυνατότητα του Δημοσίου να υποστηρίξει τα δικαιώματά του. Δεν έχει κανένα άλλο εργαλείο το Δημόσιο, όταν ρητά αναφέρεται ότι μόνο το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να φέρει στοιχεία , ενώ ο ιδιώτης σε μια τέτοια διαδικασία δεν έχει καμία υποχρέωση.

Άνισος ο αγώνας είναι όταν φεύγει το Δημόσιο και βλέπει την περιουσία του, ενώ κατά το τεκμήριο κυριότητας - μαχητό το επαναλαμβάνω –του ανήκει να χάνεται εντελώς. Αυτή είναι η τωρινή ιστορία. Όμως εγώ θα σας καταθέσω και πρόταση. Βεβαίως, η αναγνώριση της κυριότητας – και εδώ είναι το ουσιαστικό – μπορούσε να γίνει με αυτά που σας είπα προηγούμενα και, βεβαίως, από την πλευρά της επίλυσης των προβλημάτων που μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν, υπό την προϋπόθεση ότι θα γυρίσουν οι δασικοί χάρτες στο στάδιο της ανάρτησης. Εκεί, δηλαδή, μετά τη σύνταξη είναι το στάδιο της ανάρτησης. Εκεί εξετάζονται όλα τα προβλήματα και εκεί θα αναδειχθούν, λοιπόν, σε αυτή τη φάση, πόσα δασικού χαρακτήρα εδάφη αποτελούν καλλιεργούμενες εκτάσεις και πόσα αγροκτήματα δασώθηκαν από την εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας.

Από τις δύο αυτές κατηγορίες, πρέπει να προκύψουν ποια είναι τα καταπατημένα, και η αρμοδιότητα αυτή, ανήκει ασφαλώς στο Εθνικό Κτηματολόγιο και είναι αυτό που θα αποφανθεί που ανήκει η κυριότητα. Όσον αφορά τη χρήση, που εκεί είναι το μεγάλο ζήτημα που συζητάμε στην προκειμένη περίπτωση, βεβαίως, όταν υπάρχει αγροτική χρήση η οποία μάλιστα επιβεβαιώνεται με δήλωση ΟΣΔΕ, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, ούτε μιλάμε για τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου. Συνεχίζεται η αγροτική δραστηριότητα, υπό την προϋπόθεση όχι μόνο ότι αφορά στον αγροτικό χαρακτήρα, αλλά και ότι δεν υπάρχει θέμα εξαγοράς, διότι, εάν αφήσετε ως προϋπόθεση την εξαγορά, να ξέρετε ότι θα έχετε πρόβλημα στο Συμβούλιο Επικρατείας, διότι ήδη υπάρχει απόφαση που έκρινε αντισυνταγματική την εξαγορά.

Άρα λοιπόν, έχοντας τη δήλωση ΟΣΔΕ και έχοντας απαλλάξει από το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου, αφού δεν υπάρχει στις αγροτικές εκτάσεις, προχωρούμε στις άλλες όμως εκτάσεις οι οποίες ήταν δασικού χαρακτήρα εδάφη. Εκεί οπωσδήποτε υπάρχει ένα ζήτημα και είναι αυτό που συμβαίνει στην επαρχία με τα ελαιοπερίβολα - είναι πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα-να συνεχίσουν τη νομή και το βλέπουμε μελλοντικά με τις ανάγκες, αν υπάρχουν και πόσες υπάρχουν, για να συνεχιστεί αυτή η δραστηριότητα.

Κανένας δεν διαφωνεί ότι τα αγροτικού χαρακτήρα εδάφη δεν πρέπει άμεσα να αποδοθούν, αλλά πρέπει να πάμε και πιο πέρα λίγο-υπό την προϋπόθεση ότι όταν είναι δασικού χαρακτήρα και διατίθεται στην αγροτική δραστηριότητα, πρέπει να είναι λίγο μαζεμένο. Καταλαβαίνετε όλοι τι σημαίνει να αφήσουμε και αυτά τα εδάφη σε αυτή τη διαδικασία.

Άρα λοιπόν ειλικρινά κύριε Αραβώση, θα έχετε μεγάλο πρόβλημα και ευθύνη την οποία θα αναλάβετε και εσείς και ο Υπουργός, όταν έχουμε μια περιουσία του δημοσίου η οποία με αυτές τις διαδικασίες χάνεται, δεν θα μείνει αυτό το πράγμα έτσι απλά, επειδή το αποφασίσατε και είναι σίγουρο βεβαίως, ότι την επομένη θα καταρριφθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αλλά ας μείνουμε εκεί. Πρόταση λοιπόν υπάρχει, και μην ανακατεύετε το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου με τις αγροτικού χαρακτήρα εκτάσεις.».

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, θέλω μια διευκρίνιση. Ο κ. Υπουργός αναφέρθηκε σε εκχερσωμένα, τα οποία τελικά πού θα καταγραφούν, ως δασικού χαρακτήρα εδάφη και μετά από αυτή τη διαδικασία θα πάνε στο Εθνικό Κτηματολόγιο να καταχωρηθούν. Ναι ή όχι; Έτσι δεν είναι, θα πάνε στο Εθνικό Κτηματολόγιο για να καταγραφούν, να τελειώσει το θέμα και της κυριότητας τότε.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΜΥΡΑΣ (Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας): Δεν μιλάμε για κυριότητα.



Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Βαγγέλης Αποστόλου: Μία προεκλογική παγίδα η ρύθμιση για τα αυθαίρετα στα δάση

 Χαλκίδα, 21 Δεκεμβρίου 2022



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Ομιλία του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Ευβοίας και πρώην Υπουργού, κατά τη συζήτηση του σ/ν Υπουργείου του Υγείας «Ολοκληρωμένο Σύστημα Παροχής Ανακουφιστικής Φροντίδας - Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και την προστασία της δημόσιας υγείας και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις».

“ Κύριε Υπουργέ για τις ρυθμίσεις που φέρνετε στο χώρο της υγείας αναφέρθηκε διεξοδικά ο εισηγητής μας. Εγώ θα σας καταθέσω μόνο τη χθεσινή ανακοίνωση- καταγγελία των εργαζομένων του ΓΝΧ σύμφωνα με την οποία όλη η πρωινή βάρδια το βρήκε χωρίς ακτινολόγο με αποτέλεσμα να μην γίνονται αξονικές τομογραφίες και υπέρηχοι, οι δε ακτινογραφίες γίνονταν από τεχνολόγους, χωρίς να γνωματεύονται από κάποιον υπεύθυνο ακτινολόγο. Νομίζω αυτή η ανακοίνωση τα λέει όλα.

Θέλω όμως να σταθώ με την παρέμβασή μου, σ' αυτές που αφορούν στο περιβάλλον (αρ. 88) αλλά και απασχολούν τους συμπολίτες μας, όπως είναι η ακρίβεια και το μεγάλο πρόβλημα των υποκλοπών.

Στην ομιλία του ο Πρωθυπουργός στον προϋπολογισμό επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης στην υπόθεση Καϊλή, ως παράδειγμα για τις παρακολουθήσεις πολιτών στη χώρα μας. Πρόκειται για αστείο επιχείρημα, όταν από τον Αύγουστο που αποκαλύφθηκε η υπόθεση Ανδρουλάκη μέχρι σήμερα, κρυβόταν πίσω από τις λέξεις εθνική ασφάλεια.

Τώρα βέβαια που δεν μπορεί να κρυφτεί ο κ. Μητσοτάκης προσπαθεί να ξεφύγει με απλουστεύσεις του τύπου δεν μπορώ να ασχολούμαι κάθε μέρα με ένα θέμα που αφορά στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Το ζήτημα κ.κ.σ. είναι ότι στην Ευρώπη ο θεσμός της Δικαιοσύνης λειτουργεί… στη χώρα μας πρέπει να αγωνιστούμε για να την αποκαταστήσουμε παντού.

Εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα για να λάμψει η αλήθεια για τις υποκλοπές.

Για την ακρίβεια δύο λόγια, τόσο για το καλάθι του νοικοκυριού, όσο και για το “market pass” που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό.
Έχω τονίσει πολλές φορές ότι, αρκετά από τα εκτός τροφίμων προϊόντα μπήκαν στο καλάθι με μειωμένη τιμή, αφού προηγούμενα όμως είχαν εντός του 22 ανατιμηθεί τουλάχιστον 2 φορές.

Αυτό όμως που ιδιαίτερα αφορά στα τρόφιμα είναι, ότι οι μειώσεις μεταφέρονται στο σύνολό τους στον πρωτογενή τομέα, που οδηγείται στην καταστροφή, γιατί δεν μπορεί να αντέξει, όχι μόνο το ολοένα και αυξανόμενο υψηλό κόστος παραγωγής, αλλά και την κερδοσκοπία που επικρατεί στις εισροές του.

Η αποτυχία του «καλαθιού του νοικοκυριού» αποδεικνύεται και συμπληρώνεται με την προεκλογική εξαγγελία των κουπονιών σίτισης «market pass» από τον κ. Μητσοτάκη, που ήρθε στην εξουσία με ακραίο πόλεμο στην επιδοματική πολιτική.

Σταματήστε πια κύριοι της Κυβέρνησης την επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας, με τα σώου και τις φιέστες του Υπουργού Ανάπτυξης.

Η εξαγγελία, που έγινε από τον πρωθυπουργό συνδέεται με δύο μεγάλα ψέματα, το πρώτο ότι αφορά κάθε νοικοκυριό και το δεύτερο ότι καλύπτει τις πληθωριστικές αυξήσεις στα τρόφιμα, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι πίσω από τα ψέματα η Κυβέρνηση κάνει τον «μεσάζοντα» στα κέρδη των λίγων και τη «γέφυρα» στη ροή του χρήματος από τις εισροές τους.

Κι έρχομαι στα περιβαλλοντικά, ιδιαίτερα στο άρθρο 88. Προχωράτε στην τρίτη συνεχόμενη τροποποίηση του ν.4495 /17 για την αντιμετώπιση των αυθαιρέτων, χωρίς να έχετε αξιολογήσει τι έγινε με τη μέχρι τώρα εφαρμογή του.

Παρεμβαίνετε σήμερα, ειδικά στο ν. 4685/2020 για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε μια προσπάθεια να επαναφέρετε τις οικιστικές πυκνώσεις ως λύση για τα δασικά αυθαίρετα, παράλληλα με την παράταση των γνωστών παρεκκλίσεων των οικοπέδων κάτω των 4 στρεμμάτων.

Αν και η ρύθμιση των παρεκκλίσεων έχει κι αυτή προεκλογικό χρώμα, αποτελεί μετά από τις τόσες παρατάσεις ένα δικαίωμα που πρέπει κάποια στιγμή να κλείσει.

Η περίπτωση όμως της προσέγγισης των δασικών αυθαιρέτων με τις οικιστικές πυκνώσεις αποτελεί προκλητικό σκάνδαλο, που το Συμβούλιο της Επικρατείας με 2 αποφάσεις του, η πρώτη του πέμπτου τμήματος (1942/2017) και η δεύτερη της Ολομέλειας (685/ 2019) έκριναν αντισυνταγματική.

Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν συμμορφώνεται με τις συγκεκριμένες αποφάσεις, αλλά επανέρχεται βάζοντας ως στόχο να εξαιρεθούν οι οικιστικές πυκνώσεις από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Γιατί έφυγε αλήθεια ο κ. Σκρέκας χωρίς να απαντήσει, δυο τρεις φορές επέμεινα, να ασχοληθεί και με αυτή την περίπτωση; Γιατί παρακάμπτετε έτσι όλη τη νομολογία του ΣτΕ που είναι αρνητική σε τέτοιου είδους αλλαγές χρήσης;

Και ξέρετε τι επιχειρείτε με το ν. 4685/2020 που προανέφερα, με την αντιμετώπιση αυτών των αυθαιρέτων:

Δικαιούνται να υποβάλλουν αίτημα 1 εκατ. κάτοχοι αυθαιρέτων, τόσοι είναι, αφού πρώτα συνταχθεί μελέτη ανά Περιφέρεια, με βάση την οποία πρέπει να εκδοθεί και Π.Δ. το οποίο θα περιγράφει και την απόφαση υπαγωγής του κάθε ακινήτου στην συγκεκριμένη ρύθμιση.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος που έχει κατοικία και μόνον κατοικία σε δάσος ή δασική έκταση, μπορεί να υποβάλλει αίτημα για ένταξη στη ρύθμιση τακτοποίησης του αυθαιρέτου κτίσματος στο δάσος για 30 χρόνια.

Οι διαδικασίες όμως από την υποβολή του αιτήματος μέχρι την έκδοση του σχετικού Π.Δ. υπολογίζεται να κρατήσουν πάνω από μια πενταετία, οπότε αυτό που μένει στην ουσία είναι μόνο η αναστολή των διοικητικών πράξεων.

Κι αυτό απαντά γιατί υπάρχει απροθυμία στην προσέλευση των ενδιαφερόμενων.

Ακούστε κύριοι συνάδελφοι. Κύριε Υπουργέ έχετε δημιουργήσει μια ανασφάλεια δικαίου που οδηγεί τους πολίτες, ακόμη και τους αυθαιρετούντες, να σας γυρίζουν την πλάτη.

Όλοι σχεδόν βλέπουν την προεκλογική ομηρία που τους οδηγείτε και δεν θα ανταποκριθούν στην πρόσκλησή σας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1 εκατ. που υπολόγιζε το ΥΠΕΝ τις δηλώσεις αυθαιρέτων έχουν υποβληθεί από τις 5 Οκτωβρίου που άνοιξε η σχετική πλατφόρμα περί τις 350.

Η τύχη της πρότασής σας είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη, δε θα υλοποιηθεί.

Το πρόβλημα όμως των δασικών αυθαιρέτων πρέπει να αντιμετωπιστεί και υπάρχει τρόπος. Απαιτεί μια προσέγγιση που μπορούσε να γίνει μόνο στο στάδιο της ανάρτησης, δηλαδή πριν την κύρωση των δασικών χαρτών. Αποτελεί μία παρέμβαση που πάλι το επαναλαμβάνω θα μπορούσε να γίνει μόνο στο στάδιο της ανάρτησης.

Δεν πείθετε, τόσο τους πολίτες, όσο και το ΣτΕ με όλες τις παρεμβάσεις που κάνετε στους δασικούς χάρτες, με αποτέλεσμα να οδηγείτε σε ομηρία έναν κόσμο ο οποίος μπορούσε μέσα από τις κανονικές διαδικασίες, μια σωστής πολεοδόμησης, να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα.”

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022

Η δασική γη στο στόχαστρο - άρθρο Β.Αποστόλου στην ΕφΣυν

 Η δασική γη στο στόχαστρο

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ & πρώην Υπουργού




Οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης την τελευταία περίοδο στον δασικό χώρο δείχνουν ότι έχει στόχο να αλώσει το δασικό οικοσύστημα της χώρας μας. Είναι πολλές, θα σταθώ στην παράδοση των προστατευόμενων περιοχών και των περιοχών Natura στις ΑΠΕ, στην εξουδετέρωση χιλιάδων πράξεων κήρυξης αναδασωτέων σε εκατομμύρια στρέμματα και κυρίως στην κατάργηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου.

Το άρθρο 24 του Συντάγματος, που πολλές φορές ώς τώρα επιχειρήθηκε η κατεδάφισή του, κατοχυρώνει ρητά την αρχή της αειφορίας ορίζοντας ότι απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση τους που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον.

Και είναι το άρθρο 117 του Συντάγματος που υπερασπίζεται αυτή την αειφορία, εισάγοντας το περιβαλλοντικό ισοζύγιο με τη διατύπωση ότι δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώνονται [...] δεν αποβάλλουν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν και κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα, αποκλείοντας τη διάθεσή τους για άλλο προορισμό.

Μάλιστα για το άρθρο 117 δεν είχε υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση, πλην της αδιανόητης απόφασης 2499 /2012 του ΣτΕ που αναφέρει ότι «σκοπός της διάταξης του άρθρου 107 του Συντάγματος, παρά την απόλυτη διατύπωσή της, δεν ήταν η παντελής απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης σε αναδασωτέα έκταση», εντάσσοντας ουσιαστικά στο συγκεκριμένο ύψιστο δημόσιο συμφέρον το αίτημα για την εγκατάσταση των ΑΠΕ, μια απόφαση που κατέρριψε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής η οποία ρητά αναφέρει στην έκθεσή της ότι πράξεις κήρυξης αναδασωτέων δεν μπορούν να ανακληθούν.

Επιχείρησαν επίσης με τον κλιματικό νόμο να φέρουν μια τροπολογία για άρση αναδασώσεων με σκοπό την εγκατάσταση ΑΠΕ, που αναγκάστηκαν να την αποσύρουν, αλλά την ξανάφεραν εξουδετερώνοντας ουσιαστικά ένα από τα βασικότερα άρθρα του εκτελεστικού νόμου του Συντάγματος, του 998/79. Κι αυτό το έκαναν χρησιμοποιώντας τη μερική κύρωση των δασικών χαρτών, παρότι γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έχει κριθεί από το ΣτΕ αντισυνταγματική. Η κατάσταση για τον δασικό χώρο γίνεται ακόμη χειρότερη με μια εγκύκλιο που εξέδωσε στις 12/10/2022 ο γ.γ. Δασών, με την οποία εισάγει την κατάργηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Υπάρχει βέβαια ένα ζήτημα αρχής κατά πόσο ένας γενικός γραμματέας μπορεί να εκδώσει μια τέτοια εγκύκλιο.

Το τεκμήριο όμως αυτό υπάρχει εδώ και 187 χρόνια κι ασφαλώς όχι επειδή θέλησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση να δημεύσουν τις άγριες γαίες, αλλά γιατί απορρέει από τις Συνθήκες Απελευθέρωσης της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο έχει το δικαίωμα να το προβάλλει στις μη καλλιεργούμενες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις συγκεκριμένων περιοχών.

Για τις γαίες για παράδειγμα του λεγομένου Παλαιού Βασιλείου (Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, Πελοπόννησο, Κυκλάδες κ.λπ.) που απελευθερώθηκαν το πρώτον από τον τουρκικό ζυγό η Συνθήκη Ανεξαρτησίας προέβλεψε ρητά ότι όσον αφορά το γαιοκτητικό ζήτημα στη διάδοχη κατάσταση, από αυτήν του πρώην οθωμανικού κράτους σε αυτή του Νεοελληνικού, οι ρυθμίσεις θα γίνουν με διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Την εξειδίκευση αυτή την έκανε το ένα εκ των δύο πρωτοκόλλων του Λονδίνου που εξειδίκευσαν τη Συνθήκη.

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις υπερασπίστηκαν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο που παρέχει δυνατότητες αναγνώρισης κυριότητας και σε τρίτους.

Τέτοιες εκτάσεις είναι για παράδειγμα τα περισσότερα ελαιοπερίβολα, τα οποία έχουν συνδεθεί με νομές που φτάνουν μέχρι σήμερα χωρίς αναζητήσεις κυριότητας. Αρκεί η Δήλωση ΟΣΔΕ για να τεκμηριωθεί σε αυτές τις περιπτώσεις η αλλαγή χρήσης. Και η αναγνώριση της κυριότητας γινόταν είτε με νομοθετική παρέμβαση του ελληνικού κράτους, από την πρώτη με το βασιλικό διάταγμα του 1836 μέχρι και την πιο πρόσφατη του νόμου 3203/2003, είτε με αναγνωριστικές αποφάσεις του υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών στο οποίο προσέφευγαν οι ενδιαφερόμενοι, είτε με αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων. Αρκεί να ακολουθούνται οι νόμιμες διαδικασίες.

Αναφέρω μια τέτοια πρόσφατη απόφαση. Πριν από έναν χρόνο το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε απόφαση, που στηρίχτηκε στο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, με τη οποία απέρριψε τη διεκδίκηση από το Αγιον Ορος και συγκεκριμένο ιδιώτη έκτασης 17.000 στρ. στη Χαλκιδική που ασφαλώς δεν τη διεκδικούσαν για αγροτική χρήση.

Εδώ μπαίνει το ερώτημα: Θα αντέξει η συγκεκριμένη απόφαση του δικαστηρίου; Το σίγουρο είναι ότι με την εγκύκλιο του γενικού γραμματέα αρχίζει το ξήλωμα του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Κι αυτό θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη επιβράβευση των καταπατήσεων της δημόσιας περιουσίας από καταβολής του ελληνικού κράτους.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Βαγγέλης Αποστόλου: Η οργάνωση της αντιπυρικής προστασίας και η αποκατάσταση των πυρόπληκτων περιοχών χρειάζονται επανεξέταση

Χαλκίδα, 18 Οκτωβρίου 2022

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Εισηγήσεις του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και πρώην Υπουργού, στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος, με θέμα τη συζήτηση επί των εισηγήσεων και έγκριση της Έκθεσης της Επιτροπής, για την οργάνωση της αντιπυρικής προστασίας και την αποκατάσταση των πληττόμενων περιοχών:

«Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει σε ένα ορεινό χωριό της Β. Εύβοιας που στον ορίζοντά του αντικρίζεις σήμερα μόνο στάχτη και κάρβουνο. Αυτά που καταθέτω με τη σημερινή μου παρέμβαση στην Επιτροπή αποτελούν για μένα βιώματα και προσεγγίσεις μιας ζωής.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια, τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές. Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση.

Ξεκινώ από τις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας. Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στη Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της.

Επίσης σημαίνει αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες. Σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων.

Σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών.

Μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά.

Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική. Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία.

Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Το κυρίαρχο όμως μέλημα της επόμενης ημέρας, στις πληγείσες από πυρκαγιές περιοχές, αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση εκείνων των παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν τη περιβαλλοντική αποκατάσταση.

Πρώτο βήμα η οριοθέτηση των καμένων και η καταγραφή τους, από την οποία πρέπει να αναδειχτούν, χωριστά, οι καταστροφές στα δασικού, αγροτικού και αστικού χαρακτήρα εδάφη.

Τα δασικά κηρύσσονται άμεσα αναδασωτέα σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 που αναφέρει ότι κι αυτό ισχύει και για τις εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες από προηγούμενες πυρκαγιές, δηλαδή η εκ νέου κήρυξή τους είναι υποχρεωτική. Η πράξη κήρυξης αναδασωτέων των καμένων εκτάσεων πρέπει να παρακολουθείται μέχρι την ολοκλήρωσή της, μη επιτρεπομένης της αναστολής ή της κατάργησής της, αφού πρόκειται για υποχρέωση της Πολιτείας που έχει άμεση σχέση με συνταγματική υποχρέωση.

Μέχρι σήμερα συμβαίνει το παράδοξο: Καμία πράξη κήρυξης αναδασωτέων, δηλαδή από το 1975 που θεσπίστηκε συνταγματικά η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν έχει ολοκληρωθεί, δηλαδή δεν εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πράξης.

Οι ζημιές στις υπόλοιπες εκτάσεις και στα ακίνητα πρέπει επίσης να καταγράφονται γιατί συνδέονται με τη διαβίωση των πληγέντων. Είναι πολλοί οι κάτοικοι που έχουν σχέση ζωής με όλες αυτές τις εκτάσεις, είτε με κύριο, είτε με συμπληρωματικό εισόδημα και γι αυτό το πρώτο που ζητούν είναι να τους καταβληθούν έγκαιρα οι αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις που δικαιούνται.

Πάνω από όλα όμως βασικό ζητούμενο για αυτούς είναι να μείνουν στις ρίζες τους, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν ή και μια άλλη που θα τους προτείνονταν.

Την ίδια βέβαια στιγμή πρέπει να αρχίσουν οι εργασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης, δηλαδή της αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων, εργασίες που πρέπει να εκτελεστούν πριν μπει ο Χειμώνας.

Στην περιβαλλοντική αποκατάσταση πρέπει να ενταχθεί και η αντιμετώπιση της καμένης ξυλείας. Χρειάζεται να γίνουν υλοτομίες για να απομακρυνθεί το πολύ σε 2 χρόνια από την πυρκαγιά.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα:
1) Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και
2) η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.

Σχετικά όμως με τα δάση, καμένα και μη, θα εμφανιστούν και πολλά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως της κυριότητας, της δάσωσης αγρών, της λειτουργίας των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, αλλά και των συνεταιρισμών εργασίας.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση, δραστηριοποιούνταν κι ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν αυτή που του εξασφάλισε τη παραμονή στα χωριά του, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές που η δραστηριότητά τους συνδέεται με τη Χαλέπιο πεύκη, το κατ΄ εξοχήν πυρόφιλο είδος που υφίσταται τις μεγαλύτερες καταστροφές, οι δασεργάτες, και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Όλοι αυτοί λόγω της καταστροφής πρέπει να απασχοληθούν με εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη.

Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας. Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση να εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη.

Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία.

Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών συγκεκριμένων χορτολιβαδικών εκτάσεων εκτάσεων με χαμηλή ξυλώδη βλάστησης και απόδοσής τους στην κτηνοτροφία.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα.

Με μια τέτοια συστηματική υπηρέτηση όλων των παραπάνω είναι σίγουρο ότι όλο το φυσικό περιβάλλον που καταστράφηκε μπορεί να επανέλθει στη προτέρα της καταστροφής κατάσταση, η οποία θα επιτρέψει σε όλους όσους είχαν κάποια σχέση με την αποκατάσταση, να συνεχίσουν και με τη προστασία του.»


Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

Εργαλείο για την υπεράσπιση του δασικού πλούτου της χώρας

Γράφουν οι Φίλιππος Αλεξανδρίδης και Βαγγέλης Αποστόλου (*)

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών τη Δευτέρα 25/7/2022

Η πρόσφατη κατάργηση του Ταμείου Διοίκησης και Διαχείρισης των Πανεπιστημιακών Δασών της χώρας μας αποτελεί μια βίαιη επίθεση στο δασικό οικοσύστημά της. Γιατί οι σκοποί του Ταμείου, που είναι η πρακτική άσκηση των φοιτητών, η έρευνα και η εγκατάσταση πρότυπης έρευνας υπηρετήθηκαν στα 70 χρόνια λειτουργίας τους άριστα.

Με την επιστημονική διαχείριση που έγινε όλα αυτά τα χρόνια το δάσος Περτουλίου αποτελεί ένα πρότυπο δάσος ελάτης και είναι το κέντρο όλων των Ελλήνων δασολόγων που πέρασαν ως φοιτητές, αλλά και ξένων που επισκέπτονται τη χώρα μας.

Το Περτούλι των Τρικάλων και ο Ταξιάρχης της Χαλκιδικής φιλοξένησαν και γαλούχησαν στην ορεινή και ημιορεινή Ελλάδα χιλιάδες υποστηρικτές της συνύπαρξης των δασών μας με τις τοπικές κοινωνίες. Κι αυτό θα συνέχιζαν να το κάνουν γιατί τα διαχειρίζονταν με γνώμονα μία παράμετρο: την αειφορία σε όλα τα επίπεδα.

Ελεγε ο αείμνηστος καθηγητής μας και επί πολλά χρόνια πρόεδρος του Ταμείου Σπύρος Ντάφης ότι τα πανεπιστημιακά δάση είναι οι κλινικές της Δασολογικής Επιστήμης.

Αυτή τη διαχείριση μόνο όσοι έχουν επισκεφθεί και βιώσει τον Ταξιάρχη και κυρίως το Περτούλι γνωρίζουν και γι’ αυτό μπορούν να καταλάβουν τον λόγο της ύπαρξης του συγκεκριμένου Ταμείου και τον τρόπο λειτουργίας του.

Είναι σίγουρο επίσης ότι η κατάργησή του θα φέρει και κοινωνική αναταραχή στην περιοχή,αφού εργάζονται όχι μόνο αρκετοί υλοτόμοι και δασεργάτες στη διαχείριση των συγκεκριμένων δασών, αλλά και άλλοι, κάτοικοι των όμορων κοινοτικών ενοτήτων, που καλύπτουν τις ανάγκες συντήρησης των κτιριακών εγκαταστάσεων και εξυπηρέτησης των φοιτητών και καθηγητών οι οποίοι φιλοξενούνται κατά τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης.

Κι εδώ μπαίνει ένα βασικό ερώτημα: Αραγε ποιοι είναι οι λόγοι της κατάργησης του συγκεκριμένου Ταμείου, που είναι επιτυχημένο στη λειτουργία του και στην επίτευξη των σκοπών του, πόσο μάλλον όταν αποτελεί και ένα τα βασικότερα εργαλεία υπεράσπισης των δασών της χώρας μας;

Οταν σήμερα ζούμε μια πρωτόγνωρη περιβαλλοντική κρίση, όταν το 99%, δηλαδή το σύνολο των δασών της χώρας μας, στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και ιδιαίτερα αντιπυρικών σχεδίων, όταν οι συνθήκες στη χώρα μας είναι τέτοιες, που ευνοούν την πρόκληση και εξάπλωση των δασικών πυρκαγιών, δεν μπορούν να θεσμοθετούνται διατάξεις που αφαιρούν από το δασικό οικοσύστημα της χώρας μας δυνατότητες ουσιαστικής στήριξης.

Με την ίδια διάταξη, δυστυχώς, θα γίνει παρέμβαση και στο Πανεπιστημιακό Αγρόκτημα της Θέρμης Θεσσαλονίκης, που έχει συνδεθεί με την εκπαίδευση και την έρευνα των φοιτητών των δύο Τμημάτων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, Γεωπονίας και Δασολογίας. «Για την εξέλιξη αυτή δεν έχει ενημερωθεί κανείς, η οποία θα αποβεί μοιραία και για τα εκπαιδευτικά προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη», τονίζει το ΓΕΩΤΕ.

Η παρέμβαση αυτή γίνεται δυστυχώς χωρίς η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας να έχουν ξεκαθαρίσει τις προθέσεις τους σε ό,τι αφορά τη διαχείριση. Αιφνιδιαστικά, και μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης, τα δύο δάση (Περτούλι και Ταξιάρχης) περνάνε στα χέρια της Συγκλήτου, που δεν έχει άλλο εργαλείο να τα διαχειριστεί παρά την Επιτροπή Αξιοποίησης της Περιουσίας του ΑΠΘ. Επομένως, η κίνηση που ακολουθεί θα είναι η «αξιοποίηση» μέσω ΣΔΙΤ, δηλαδή η συνεργασία με ιδιώτες επενδυτές που θα θέσουν τους όρους συνεκμετάλλευσης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Σε πρώτη φάση να βρεθεί στα χέρια ιδιωτών ένα μεγάλο μέρος από τα 1.800 στρέμματα του Αγροκτήματος του Πανεπιστημίου στα Πράσινα Φανάρια της Θεσσαλονίκης, δίπλα στο αεροδρόμιο, και σε δεύτερη φάση θα διαλυθούν οι δομές που λειτουργούσαν ως δασαρχεία και προστάτευαν τα δάση στον Ταξιάρχη και στο Περτούλι.

Και βέβαια με ορατούς τους κινδύνους να υπάρξουν αλλαγές χρήσης στα πανεπιστημιακά δάση. Γι’ αυτό και η κατάργηση της συγκεκριμένης ρύθμισης, λίγο πριν αρχίσει η υλοποίησή της, αποτελεί πλέον μονόδρομο.

(*) Συμφοιτητές δασολόγοι. Ο Φ. Αλεξανδρίδης είναι διαχειριστής επί 30 χρόνια του δάσους Περτουλίου Τρικάλων και ο Β. Αποστόλου είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης


Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

Μια πρόταση για τις πυρκαγιές

 



Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας & πρώην Υπουργού
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ την Τετάρτη 13/7/2022

Παρότι οι περσινές πυρκαγιές απανθράκωσαν το μοντέλο δασοπυρόσβεσης της χώρας μας, δυστυχώς η ίδια λογική ακολουθείται και τη φετινή χρονιά, πράγμα που δείχνει ότι και φέτος μας περιμένουν πολύ δύσκολες μέρες. Πυρκαγιές είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημα της χώρας μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη.

Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια ,τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που περιμένει τον εμπρηστή του. Και εμπρηστής του δεν είναι η κλιματική αλλαγή .Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ και την πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση. Θα σταθώ ιδιαίτερα στις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας.

Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στη Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες.

Δυστυχώς, με την κίνηση αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι δασικοί να μη συμμετέχουν, όταν καιγόταν η περιοχή που διαχειρίζονταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της. Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική.

Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές. Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Το πρώτο όμως που πρέπει να συμβεί για να είναι αποτελεσματική μια δασοπυρόσβεση είναι η διαχείριση των δασών να γίνεται με προσανατολισμό την αντιπυρική τους προστασία, που σημαίνει και μια χρηματοδότηση της πρόληψης τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.


Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Βαγγέλης Αποστόλου: Χωρίς σχεδιασμό η πρόληψη και ο συντονισμός της δασοπυροπροστασίας του 2022

Χαλκίδα, 1 Μαρτίου 2022


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Συζήτηση της 435/17-2-2022 Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή Εύβοιας του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και πρώην Υπουργού Βαγγέλη Αποστόλου, προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με θέμα: «Σχεδιασμός αντιπυρικής αγροτοδασοπροστασίας 2022».

Πρωτολογία:
«Κύριε Υπουργέ στην πρόσφατη ενημέρωση που κάνατε στην Επιτροπή Περιβάλλοντος αναφερθήκατε στη σημασία της πρόληψης και της ετοιμότητας, δηλαδή της έγκαιρης επέμβασης στην αποτελεσματικότητα της δασοπυρόσβεσης.

Όλα όσα έχετε κάνει ως αυτή την ώρα δεν έχουν τέτοια κατεύθυνση. Αντίθετα υπήρχε τέτοια κατεύθυνση πριν το 1998, που έγινε η μεταφορά του συντονισμού από τη Δασική Υπηρεσία στη Πυροσβεστική. Ούτε η ελάχιστη προετοιμασία δεν υπήρξε τότε. 1.000.000 στρ. οι απώλειες τη πρώτη χρονιά.

Είναι χαρακτηριστικές δύο εικόνες: προ της μεταφοράς ο μέσος όρος των καμένων ήταν 127.000 στρ., μετά έφτασε στα 450.000στρ., ενώ ταυτόχρονα από το 1983 έως το 1998 στο 64% των δασικών πυρκαγιών που υπήρξε έγκαιρη επέμβαση αντιστοιχούσε μόλις το 2% των εκτάσεων που κάηκαν.
Η κίνηση όμως αυτή, όπως το πρόβλεψα τότε στη Βουλή, έφερε την απομάκρυνση της Δασικής Υπηρεσίας από ένα γνωστικό αντικείμενο, χωρίς να υπάρχει έτοιμη διάδοχη κατάσταση.

Έτσι άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι δασικοί να μη συμμετέχουν, όταν καιγόταν η περιοχή που διαχειρίζονταν. Και η απουσία αυτή ανέδειξε ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα, την έλλειψη συντονισμού από τη Δασική Υπηρεσία. Κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθούν οι κάτοικοι και ειδικά αυτοί που ζούσαν από και μέσα στο δάσος, οι δασεργάτες, οι κτηνοτρόφοι, οι μελισσοκόμοι και άλλοι.

Η κατάσταση σήμερα είναι πολύ χειρότερη γιατί περίπου 600.000 πολίτες σε όλη τη χώρα που έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από την αγροτική δραστηριότητα, ενώ χάνουν κάθε χρόνο εξ αιτίας των πυρκαγιών περισσότερα από 50.000 στρ. και άλλες υποδομές, απουσιάζουν όταν καταστρέφονται.

Η απουσία όμως όλων αυτών έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Κι αυτό φαίνεται ότι θα συνεχίσετε κι εσείς.

Οι τελευταίες σας κινήσεις τόσο με την τροπολογία που ψηφίσατε για τις ειδικές μονάδες δασοπυρόσβεσης, τους δασοκομάντος, μεταφέροντας πρότυπα που δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα της βλάστησης και του γεωγραφικού ανάγλυφου, όσο και με την πρόσφατη χρηματοδότηση από το ΤΑΙΠΕΔ της αντιπυρικής προστασίας, αυτό δείχνουν.

Ανακοινώσατε 50 εκατ. για αντιπυρική προστασία. Τα 20 με απευθείας ανάθεση για περιοχές πρώτης, για σας, επικινδυνότητας και τα 30 σε άγνωστη πορεία.

Φοβάμαι ότι θα επαναληφθεί το σενάριο και φέτος. Το μεγαλύτερο μέρος της πρόληψης να μην απορροφηθεί. Γιατί πέραν του προβλήματος της απευθείας ανάθεσης υπάρχει κι αυτό της εμπειρίας και της τεχνογνωσίας. Όταν η Δ.Υ. ουσιαστικά υποκαθίσταται πως θα γίνουν όλα αυτά; Πείτε μας λοιπόν ποιες αλλαγές θα κάνετε στη δασοπροστασία και ποιες χρηματοδοτήσεις έχετε διασφαλίσει;»

Δευτερολογία

«Εύχομαι κύριε Υπουργέ να μη ζήσουμε το ερχόμενο καλοκαίρι καταστάσεις σαν αυτές που βιώσαμε εμείς στη Β. Εύβοια το περασμένο Αύγουστο.
Το λέω αυτό γιατί με αυτά που μας είπατε δεν θα είναι αποτελεσματική η δασοπυρόσβεση.=
Γιατί δεν έχετε αντιπυρικά σχέδια, γιατί το σύνολο σχεδόν των δασών στερείται διαχειριστικής έκθεσης.
Γιατί ακόμη και οι δαπάνες πρόληψης που προτείνετε, τα 50 εκατ. που ανέφερα τα ανακοίνωσε το ΤΑΙΠΕΔ αποτελούν το 10% των δαπανών καταστολής, που ξεπερνούν κάθε χρόνο τα 500 εκατ. ευρώ.
Γιατί είναι αδιανόητο οι κάτοικοι των περιοχών που πλήττονται να μην συμμετέχουν.

Όπως είναι αδιανόητη και η υποστελέχωση των Δ.Υ. Απαιτείται άμεσα να προσληφθούν τουλάχιστο 1.000 δασικοί.

Το μόνο θετικό που υπάρχει προς το παρόν είναι το πόρισμα GOLDAMER που έχει γίνει ευρύτερα αποδεκτό. Γιατί το αγνοείτε; Όταν προτείνει το αυτονόητο, ότι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Υπάρχει συγκεκριμένη απόφαση για την υλοποίηση αυτής της συνεργασίας. Γιατί δεν την εφαρμόζετε;

Τα αίτια που προξενούν τις πυρκαγιές και τις επεκτείνουν είναι δεδομένα και είναι:
Η σύνθεση της χλωρίδας των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων, που είναι πυρόφιλη. Κυριαρχεί η χαλέπιος πεύκη και είναι βέβαια υπόθεση της φύσης.

Είναι οι καιρικές συνθήκες, που κι αυτές είναι υπόθεση της φύσης και αναμενόμενες. Καλοκαίρι, Αύγουστος χωρίς υψηλές θερμοκρασίες και μελτέμια δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Σημαντικό είναι να πούμε ότι η πυρκαγιά πάντα οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα, με μοναδική εξαίρεση την πυρκαγιά από κεραυνό. Μην τα φορτώνετε όλα στην κλιματική αλλαγή.

Ασφαλώς και δε μιλάμε για κατάργηση της εναέριας δασοπυρόσβεσης, όταν η πιθανότητα να ζήσουμε στο εγγύς μέλλον καταστροφικές πυρκαγιές είναι εξαιρετικά μεγάλη.
Δεν μπορεί όμως να αποτελεί μονόδρομο, πόσο μάλλον όταν σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, σε δύσβατες περιοχές και σε νυχτερινές ώρες δεν υπάρχει και καμία δυνατότητα επέμβασης.
Ένας σωστός σχεδιασμός προστασίας από τις πυρκαγιές πρέπει να στηρίζεται κυρίως στην πρόληψη- έγκαιρη επέμβαση και δευτερευόντως στο σωστό συντονισμό της καταστολής.

Επιτυχής πρόληψη είναι αυτή που μειώνει μέχρι μηδενισμού τις πιθανότητες ανάφλεξης, πράγμα που απαιτεί ορθολογική διαχείριση και επαρκή φύλαξη. Η επιτυχής καταστολή συνυπάρχει με την έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή όταν μέσα σε 10-15 λεπτά από την έναρξη του επεισοδίου.

Όμως ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί, το επαναλαμβάνω, και στους κατοίκους της υπαίθρου που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, μιας και αυτοί έχουν από τις πυρκαγιές τις περισσότερες επιπτώσεις από οποιονδήποτε άλλο.».