Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πυρκαγιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πυρκαγιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Βαγγέλης Αποστόλου: ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΑΠΕ ΣΤΑ ΚΑΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ


Χαλκίδα 22/09/2024


Να αποσυρθεί η Απόφαση του ΣτΕ 2499/2012 που επιτρέπει την εγκατάσταση ΑΠΕ σε αναδασωτέες εκτάσεις.

Η αγωνία των κατοίκων της Β. Εύβοιας για την επόμενη ημέρα των καμένων της πυρκαγιάς του 2021 καλά κρατεί. Και έχει ως σημείο αναφοράς τις παρεμβάσεις του Πρωθυπουργού στις φιέστες που οργάνωνε ο Μπένος στην περιοχή.

Μία από αυτές μάλιστα συνοδεύτηκε και με την απόπειρα θέσπισης αναδόχων αναδάσωσης.
Μια πρωτόγνωρη διαδικασία εμπλοκής ιδιωτών στην αναγέννηση των δημοσίων δασών. Οι κάτοικοι αντέδρασαν στην απόπειρα αυτή, πόσο μάλλον όταν, όπως δείχνει και η φωτογραφία η ίδια η φύση από μόνη της, συμβάλλει σημαντικά στο ζητούμενο για την περιοχή, την αναδάσωση.

Βέβαια η Κυβέρνηση, ως πιστή υπηρέτης των συμφερόντων στο χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) είχε ήδη εγκρίνει 350 ανεμογεννήτριες για τα 34 γιγαντιαία αιολικά πάρκα στη νότια και την κεντρική Εύβοια και γι αυτό έχει προβεί σε αλλεπάλληλες νέες αδειοδοτήσεις, όπως:

α) Το Φεβρουάριο του 2021 η Διϋπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων εκδίδει νέα επένδυση 8 αιολικών πάρκων, 4 στη βόρεια και την κεντρική Εύβοια και 4 στη νότια, συνολικής ισχύος 470 MW.

β) Τον Ιούλιο του 2021 η ΡΑΕ ενέκρινε επιπλέον δύο σταθμούς αιολικών πάρκων, ο ένας ισχύος 48 MW στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ–ΛΙΜΝΗΣ-ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ και ΔΙΡΦΥΩΝ-ΜΕΣΣΑΠΙΩΝ και ο άλλος ισχύος 34 MW, που μπορεί να συμπεριλάβει ακόμη 174 MW από μια αίτηση που είχε υποβληθεί από το 2005 και αξιολογήθηκε τώρα (!!!), στην ίδια κτηματική περιφέρεια του Δήμου ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ-ΛΙΜΝΗΣ–ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ, δηλαδή συνολικά με αυτή την αδειοδότηση άλλα 276 MW και

γ) πρόσφατα, ενώ η Εύβοια αγωνιά όχι μόνο για την επιβίωση των κατοίκων της αλλά και για την εκτέλεση των απαραίτητων αντιπλημμυρικών και αντιδιαβρωτικών έργων η (ΡΑΕ) προχώρησε ακάθεκτη στην έκδοση νέων αδειών για εγκατάσταση κι άλλων 15 αιολικών πάρκων συνολικής ισχύος 455,1 MW, εκ των οποίων τα 4, ισχύος 174,8 MW αφορούν στις πληγείσες περιοχές.

Δηλαδή συνολικά μιλάμε για νέα εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην Εύβοια 1.200 MW. Σε όλες αυτές τις προκλήσεις υπήρξε αντίδραση, τόσο με τις κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν, όσο και τη συμμετοχή σε εκδηλώσεις.

Κι εδώ μπαίνουν τα ερωτήματα:

-Γιατί μέχρι σήμερα συνεχίζεται η προσπάθεια κατεδάφισης των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος, που έχει προβλέψει και το περιβαλλοντικό ισοζύγιο με τη διατύπωση, ότι δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώνονται [...] δεν αποβάλλουν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν και κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα, αποκλείοντας τη διάθεσή τους για άλλο προορισμό;

-Γιατί, ενώ δεν έχει υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση για το άρθρο 117, το ΣτΕ προχωρεί στην αδιανόητη πρόσφατη απόφασή 2499 /2012, που αναφέρει ότι «σκοπός της διάταξης του άρθρου 107 του Συντάγματος, δεν ήταν η παντελής απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης σε αναδασωτέα έκταση», εντάσσοντας ουσιαστικά στο συγκεκριμένο ύψιστο δημόσιο συμφέρον το αίτημα για την εγκατάσταση των ΑΠΕ, μια απόφαση που κατέρριψε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, η οποία ρητά αναφέρει στην έκθεσή της ότι πράξεις κήρυξης αναδασωτέων δεν μπορούν να ανακληθούν.

Η συγκεκριμένη απόφαση πρέπει να καταργηθεί. Αποτελεί σήμερα το καταστρεπτικότερο εργαλείο στη προσπάθεια που κάνει η φύση, τα περιβαλλοντικά κινήματα και οι κάτοικοι των περιοχών που βλέπουν τη περιοχή τους να δέχεται κι άλλο πλήγμα.

Είναι καιρός πλέον και οι χώροι της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης να αντιδράσουν πιο δυναμικά.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Τα καμένα της Αττικής, θυσία στους καταπατητές

Ο Βαγγέλης Αποστόλου, πρώην Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ και πρώην Υπουργός, γράφει στο NEWS 24/7 για την επόμενη ημέρα των καμένων της Αττικής.

Παρακολουθώ επί πολλά χρόνια τα θέματα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας μου. Αυτά που επιφύλαξε η επόμενη ημέρα των καμένων της Αττικής δεν έχουν προηγούμενο. Ποτέ μέχρι σήμερα ανάλογες δεσμεύσεις ενός Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησής του δεν μεταβλήθηκαν τόσο γρήγορα και στο σύνολό τους, από εργαλείο περιβαλλοντικής αποκατάστασης, σε εργαλείο επιβράβευσης της καταστροφής και της λεηλασίας, που θα ακολουθήσει με τη νέα τους προσέγγιση.

Αντί το πρώτο βήμα να είναι να είναι η οριοθέτηση των καμένων και η καταγραφή τους, από τις οποίες θα αναδεικνύονταν χωριστά οι καταστροφές στα δασικού, αγροτικού και αστικού χαρακτήρα εδάφη, τελικά δεν κηρύχθηκαν άμεσα όλα αναδασωτέα.
Μέχρι σήμερα συμβαίνει επίσης και το παράδοξο: καμία πράξη κήρυξης αναδασωτέων, δηλαδή από το 1975 που θεσπίστηκε συνταγματικά η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν έχει ολοκληρωθεί κι ούτε εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πράξης. Την ίδια βέβαια στιγμή, παρά το επείγον, δεν έχουν δρομολογηθεί οι εργασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης, δηλαδή της αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων. Κι επειδή πολλά θα λεχθούν και για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, δεν έχει ξεκαθαριστεί από την αρχή ένα πράγμα: Όχι μόνο να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό.

Αυτό όμως που είναι εξωφρενικό είναι η επαναφορά του νόμου 5024/2023 που στηρίζει τις καταπατήσεις αλλά αποσύρθηκε άμεσα μετά τη ψήφισή του λόγω αντιδράσεων και επανέρχεται την επομένη της 30 Σεπτεμβρίου 2024, ανοίγοντας ξανά το δρόμο για τη χρήση του, ξεκινώντας από τη νομιμοποίηση των καταπατήσεων που προβλέπει. Η αντισυνταγματικότητα όμως των διατάξεων του συγκεκριμένου νόμου είναι προφανής, πόσο μάλλον όταν την ίδια στιγμή το ΣτΕ με πρόσφατη απόφασή του επανακαθορίζει με Σχέδιο Διατάγματος τα κριτήρια οριοθέτησης των οικισμών της χώρας.
Βέβαια οι παρεμβάσεις της Κυβέρνησης την τελευταία περίοδο στον δασικό χώρο είναι πολλές και δείχνουν ότι έχει στόχο να αλώσει το δασικό οικοσύστημα της χώρας μας. Θα σταθώ σε μερικές, όπως είναι η παράδοση των προστατευόμενων περιοχών και των περιοχών Natura στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η εξουδετέρωση χιλιάδων πράξεων κήρυξης αναδασωτέων σε εκατομμύρια στρέμματα και κυρίως η κατάργηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου.
Το άρθρο 24 του Συντάγματος, που πολλές φορές ως τώρα επιχειρήθηκε η κατεδάφισή του, κατοχυρώνει ρητά την αρχή της αειφορίας, ορίζοντας ότι απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών, εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση τους, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον.
Και είναι το άρθρο 117 του Συντάγματος που υπερασπίζεται αυτή την αειφορία, εισάγοντας το περιβαλλοντικό ισοζύγιο με τη διατύπωση ότι δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώνονται [...] δεν αποβάλλουν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν και κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα, αποκλείοντας τη διάθεσή τους για άλλο προορισμό.

Μάλιστα για το άρθρο 117 δεν είχε υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση, πλην της αδιανόητης πρόσφατης απόφασης 2499 /2012 του ΣτΕ που αναφέρει ότι «σκοπός της διάταξης του άρθρου 107 του Συντάγματος, παρά την απόλυτη διατύπωσή της, δεν ήταν η παντελής απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης σε αναδασωτέα έκταση», εντάσσοντας ουσιαστικά στο συγκεκριμένο ύψιστο δημόσιο συμφέρον το αίτημα για την εγκατάσταση των ΑΠΕ, μια απόφαση που κατέρριψε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, η οποία ρητά αναφέρει στην έκθεσή της ότι πράξεις κήρυξης αναδασωτέων δεν μπορούν να ανακληθούν.
Το τεκμήριο όμως αυτό υπάρχει εδώ και 187 χρόνια κι ασφαλώς όχι επειδή θέλησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση να δημεύσουν τις άγριες γαίες, αλλά γιατί απορρέει από τις Συνθήκες Απελευθέρωσης της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο έχει το δικαίωμα να το προβάλλει στις μη καλλιεργούμενες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις συγκεκριμένων περιοχών.

Τέτοιες εκτάσεις είναι για παράδειγμα τα περισσότερα ελαιοπερίβολα, τα οποία έχουν συνδεθεί με νομές που φτάνουν μέχρι σήμερα χωρίς αναζητήσεις κυριότητας. Αρκεί η Δήλωση ΟΣΔΕ για να τεκμηριωθεί σε αυτές τις περιπτώσεις η αλλαγή χρήσης. Και η αναγνώριση της κυριότητας γινόταν είτε με νομοθετική παρέμβαση του ελληνικού κράτους, από την πρώτη με το βασιλικό διάταγμα του 1836 μέχρι και την πιο πρόσφατη του νόμου 3203/2003, είτε με αναγνωριστικές αποφάσεις του υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών στο οποίο προσέφευγαν οι ενδιαφερόμενοι, είτε με αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων. Αρκεί να ακολουθούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Αναφέρω μια τέτοια πρόσφατη απόφαση. Πριν από δύο χρόνια το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε απόφαση, που στηρίχτηκε στο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, με τη οποία απέρριψε τη διεκδίκηση από το Άγιον Όρος και συγκεκριμένο ιδιώτη έκτασης 17.000 στρ. στη Χαλκιδική που ασφαλώς δεν τη διεκδικούσαν για αγροτική χρήση.

Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: θα αντέξει η συγκεκριμένη απόφαση του Δικαστηρίου; Το σίγουρο είναι ότι με εγκύκλιο του Γενικού Γραμματέα αρχίζει το ξήλωμα του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Κι αυτό θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη επιβράβευση των καταπατήσεων της δημόσιας περιουσίας από καταβολής του ελληνικού κράτους.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Μια ολοκληρωμένη πρόταση για τις πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον

Άρθρο του Β. Αποστόλου πρώην Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ευβοίας και πρώην Υπουργού ΑΑΤ

Δημοσιεύτηκε στo New247.gr την Τρίτη 9/4/2024

Η ανακοίνωση της Πολιτικής Προστασίας για την εμφάνιση πρώιμων επεισοδίων πυρκαγιάς δεν είναι κάτι το καινούργιο. Το ερώτημα όμως που μπαίνει είναι κατά πόσο μπορεί η Πολιτική Προστασία να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Για ένα και μόνο λόγο: γιατί τα Δάση έχουν αφεθεί χωρίς διαχείριση.

Πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια, τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές.

Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια προσέγγιση που θα υπηρετεί το τρίπτυχο: ΠΡΟΛΗΨΗ -ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ –ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ.

Οι καταστροφικότερες πυρκαγιές στη χώρα μας ήταν πάντα οι αγροτοδασικές, δηλαδή αυτές της επαρχίας. Και την ευθύνη αντιμετώπισης μέχρι το 1998 , που έγινε η μεταφορά της ευθύνης στη Πυροσβεστική Υπηρεσία, την είχε η Δασική Υπηρεσία. Είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί λειτουργούσε αποτελεσματικά η έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δε μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της γιατί αυτό σημαίνει αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες.

Σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων.

Πρόληψη σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών. Μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά. Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική. Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Το κυρίαρχο όμως μέλημα της επόμενης ημέρας, στις πληγείσες από πυρκαγιές περιοχές, αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση εκείνων των παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν τη περιβαλλοντική αποκατάσταση.

Πρώτο βήμα η οριοθέτηση των καμένων και η καταγραφή τους, από την οποία πρέπει να αναδειχτούν, χωριστά, οι καταστροφές στα δασικού, αγροτικού και αστικού χαρακτήρα εδάφη.

Τα δασικά κηρύσσονται άμεσα αναδασωτέα σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 που αναφέρει ότι κι αυτό ισχύει και για τις εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες από προηγούμενες πυρκαγιές, δηλαδή η εκ νέου κήρυξή τους είναι υποχρεωτική. Η πράξη κήρυξης αναδασωτέων των καμένων εκτάσεων πρέπει να παρακολουθείται μέχρι την ολοκλήρωσή της, μη επιτρεπομένης της αναστολής ή της κατάργησής της, αφού πρόκειται για υποχρέωση της Πολιτείας που έχει άμεση σχέση με συνταγματική υποχρέωση.

Μέχρι σήμερα συμβαίνει το παράδοξο: Καμία πράξη κήρυξης αναδασωτέων, δηλαδή από το 1975 που θεσπίστηκε συνταγματικά η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν έχει ολοκληρωθεί, δηλαδή δεν εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πράξης.

Οι ζημιές στις υπόλοιπες εκτάσεις και στα ακίνητα πρέπει επίσης να καταγράφονται γιατί συνδέονται με τη διαβίωση των πληγέντων. Είναι πολλοί οι κάτοικοι που έχουν σχέση ζωής με όλες αυτές τις εκτάσεις, είτε με κύριο, είτε με συμπληρωματικό εισόδημα και γι αυτό το πρώτο που ζητούν είναι να τους καταβληθούν έγκαιρα οι να αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις που δικαιούνται.

Πάνω από όλα όμως βασικό ζητούμενο για αυτούς είναι να μείνουν στις ρίζες τους, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν ή και μια άλλη που θα τους προτείνονταν.

Την ίδια βέβαια στιγμή πρέπει να ολοκληρώνονται οι εργασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης, δηλαδή της αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα:

1) Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και

2) η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.

Σχετικά όμως με τα δάση, καμένα και μη, θα εμφανιστούν και πολλά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως της κυριότητας, της δάσωσης αγρών, της λειτουργίας των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, αλλά και των συνεταιρισμών εργασίας.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση, δραστηριοποιούνταν κι ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν αυτή που του εξασφάλισε τη παραμονή στα χωριά του, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές που η δραστηριότητά τους συνδέεται με τη Χαλέπιο πεύκη, το κατ΄ εξοχήν πυρόφιλο είδος που υφίσταται τις μεγαλύτερες καταστροφές, οι δασεργάτες, και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Όλοι αυτοί λόγω της καταστροφής πρέπει να απασχοληθούν με εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη. Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας.

Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση να εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη. Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία.

Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών συγκεκριμένων χορτολιβαδικών εκτάσεων εκτάσεων με χαμηλή ξυλώδη βλάστησης και απόδοσής τους στην κτηνοτροφία. Το ίδιο πρέπει να γίνει και για τις ελαιοκαλλιέργειες που κατά μεγάλο μέρος αναφέρονται σε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις. Δε μπορεί σήμερα να επιτρέπεται η εγκατάσταση ΑΠΕ σε καμένες δασικές εκτάσεις και την ίδια ώρα τα ελαιοπερίβολα να μην μπορούν να υπηρετήσουν τον αγροτικό τους χαρακτήρα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα.

Με μια τέτοια συστηματική υπηρέτηση όλων των παραπάνω είναι σίγουρο ότι όλο το φυσικό περιβάλλον που καταστράφηκε μπορεί να επανέλθει στην προτέρα της καταστροφής κατάσταση, η οποία θα επιτρέψει σε όλους όσους είχαν κάποια σχέση με την αποκατάσταση, να συνεχίσουν και με τη προστασία του».


Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

Για όλα φταίνε οι άλλοι και ο κακός καιρός

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου* στην εφημερίδα ΑΥΓΗ της Κυριακής

https://www.avgi.gr/koinonia/459504_gia-ola-ftaine-oi-alloi-kai-o-kakos-kairos


Ακόμη και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές οι πυρκαγιές σε πολλές περιοχές της χώρας συνεχίζονται, με τη Δαδιά για 14η ημέρα να έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις που αγγίζουν τα 900 εκατ. στρ. και συνολικά σε όλη την Ελλάδα να ξεπερνά τα 1,7 εκατ. Αυτό που σε πρώτη προσέγγιση δείχνουν είναι ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να οργανώσει σωστά το πιο αδύνατο κομμάτι της αντιπυρικής δασοπροστασίας, την πρόληψη - έγκαιρη επέμβαση.

Όταν το 1998 επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία (Δ.Υ.) στη Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ.), είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, όπως γίνεται σήμερα. Κι αυτό γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Θα αναρωτηθούν πολλοί: Θα λυθεί το πρόβλημα αν επανέλθει η ευθύνη στη Δ.Υ; Δυστυχώς όχι, αφού η μεταφορά ήταν καταστροφική, όχι μόνο γιατί έγινε απροετοίμαστα, αλλά και γιατί συνοδεύτηκε με την καταστροφή 1 εκατ. στρ. δασών.

Το χειρότερο, όμως, όλων ήταν το παράδοξο που άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος. Οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό, δεν συμμετείχαν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος γιατί δεν μπορούσε πλέον να τα διαχειριστεί η Δ.Υ.

Πολλά τα ερωτήματα που μπαίνουν προς την Πολιτεία, γιατί άφησε τα δάση χωρίς διαχείριση; Ποιος ασχολείται με τα δάση το χειμώνα; Η Π.Υ. ασφαλώς όχι, η Δ.Υ. και να το ήθελε δεν θα μπορούσε, λόγω υποστελέχωσης όλων των υπηρεσιών της. Υπάρχουν ευθύνες για όλα αυτά.

Η απουσία όμως αυτή έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί που φτάσαμε η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα.

Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της, φτάνοντας μέχρι το σημείο η χρηματοδότησή της να αποτελεί το φτωχό συγγενή της καταστολής.

Πρόληψη σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σημαίνει αντιπυρικό σχεδιασμό και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι αντιπυρικές ζώνες.

Σήμερα το 100% των δασών και των προστατευόμενων περιοχών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων, δηλαδή δεν επιτρέπει την παρέμβαση των ανθρώπων που ζούσαν από το δάσος.

Έχει συγκροτηθεί μια ομάδα δασοπυροσβεστών για την πρώτη επέμβαση, οι γνωστοί δασοκομάντος. Είναι αδιανόητη η καθυστέρηση τους να καλύψουν τις ανάγκες της πρώτης επέμβασης για το σβήσιμο, αλλά και τη δράση των πεζοπόρων τμημάτων μετά την απομάκρυνση των εναέριων μέσων.

Εγκληματούν σε βάρος των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας, αυτοί που ενώ γνωρίζουν τις επικίνδυνες για πυρκαγιά περιοχές δεν έχουν φροντίσει να καλύψουν τις ανάγκες αυτές. Υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες και ασφαλώς η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει γιατί δεν ανανέωσε το 2019 το Κοινωφελές Πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, με το οποίο θα εντάσσονταν στην πρόληψη 5.ΟΟΟ άτομα που προέρχονταν από την τοπική κοινωνία.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και τις επιπτώσεις των καταστροφών που προξενούνται στο αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Αυτό όμως που δεν έχει γίνει αντιληπτό από το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι ότι το 60% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα της χώρας μας, δηλαδή περί τα 42 εκατ. στρ. χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Η διαχείριση και αξιοποίηση αυτών των εκτάσεων δεν απασχόλησαν την κυβέρνηση της ΝΔ. Αντίθετα οι εκτάσεις αυτές έλυσαν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κι άλλα προβλήματα στο χώρο της κτηνοτροφίας. Μετά από μια επίπονη προσπάθεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε για την πρόταση OMNIBUS στη χώρα μας να έχει ο νέος ορισμός για τα μόνιμα βοσκοτόπια τη δυνατότητα να ενταχθεί η χαμηλή ξυλώδης βλάστηση, αποφεύγοντας επιπλέον και το άλλο μεγάλο πρόβλημα που μας απειλούσε, αυτό της πλήρους εξωτερικής σύγκλισης των κοινοτικών ενισχύσεων.

Σημειώνω ότι όσες εκτάσεις από αυτές έχουν καεί πρέπει να κηρυχθούν αναδασωτέες και να αντικατασταθούν από διαθέσιμες για επιλεξιμότητες, για να μην υπάρξει πρόβλημα τόσο με τις ενισχύσεις, όσο και με τις αναδασωτέες.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τους δασικούς χάρτες, που στο σύνολό τους βρίσκονται σε εκκρεμότητα εδώ και χρόνια, τότε εξηγείται γιατί η προχειρότητα και η μετάθεση ευθυνών εξακολουθούν καλά να κρατούν. Φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει αναγάγει την επικοινωνιακή διαχείριση ως το μοναδικό εργαλείο για τη θεραπεία των προβλημάτων της χώρας.

* Ο Βαγγέλης Αποστόλου είναι πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Ευβοίας και πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Δασοπυρόσβεση: το δόγμα εκκένωση – εναέρια καταστολή δεν αρκεί


Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με μελτέμια, υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές.

Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Για την αντιμετώπιση αυτών των πυρκαγιών και των συνεπειών τους ασφαλώς και πρέπει να εφαρμόζονται τόσο οι εκκενώσεις όσο και η καταστολή με εναέρια μέσα. Όμως η εμπειρία από την αποκλειστική χρήση τους δε λύνει το πρόβλημα.
Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που προέκυψαν αργότερα. και αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης.

Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση.
Ξεκινώ από τις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας. Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στην Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στην πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.
Είναι αναμφισβήτητο ότι εδώ που φτάσαμε η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της, που σημαίνει:
-αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες (σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων).
-φύλαξη και περιπολίες στα δάση (σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών).
-μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά, που μπορεί να επιτευχθεί με περαιτέρω ενίσχυση των δασοκομάντος.

Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.
Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και την επόμενη της καταστροφής ημέρα. Eκεί λοιπόν στις πληγείσες περιοχές πρέπει να διασφαλιστούν τόσο η κάλυψη των ζημιών όσο και και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος.

Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.
Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.
Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα: Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.





Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Βαγγέλης Αποστόλου: Μόνο το 17,8% των ζημιών της ελαιοκαλλιέργειας της Β. Εύβοιας που έχουν καταγραφεί έχει πληρωθεί

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Δήλωση του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Ν. Ευβοίας και πρώην Υπουργού, με αφορμή την πορεία των αποζημιώσεων στις ελαιοκαλλιέργειες της βόρειας Εύβοιας:

«Ασφαλώς το μεγαλύτερο κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος της Β. Εύβοιας που καταστράφηκε ολοσχερώς αφορούσε στο δάσος της Χαλεπίου πεύκης. Καταστράφηκαν περισσότερα από 600.000 στρέμματα δασών.

Το δεύτερο ήταν η ελαιοκαλλιέργεια, μια δραστηριότητα όχι μόνο φιλοπεριβαλλοντική, αλλά και με προσφορά στην αγροτική δραστηριότητα. Καταστράφηκαν ολοσχερώς, σύμφωνα με τις καταγραφές του ΕΛΓΑ, περί τα 400.000 ελαιόδεντρα.

Η πρώτη προσέγγιση του προβλήματος των αποζημιώσεων και των ενισχύσεων έγινε με την καταγραφή των καμένων ελαιοδέντρων τον Ιανουάριο του 2022 με κοινό Δελτίο των Υπουργείων Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με το οποίο ανακοινώθηκε ότι όχι μόνο δεν καλύπτονται όλα τα πληγέντα ελαιόδεντρα, αλλά ούτε και στην πραγματική τους αξία.

Καταρχήν ήταν ξεκάθαρο ότι αφορά αποζημιώσεις μόνο σε αυτούς που έχουν ασφαλιστεί στον ΕΛ.Γ.Α. και ταυτόχρονα είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Οι ασφαλισμένοι, μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες (π.χ. συνταξιούχοι, ετεροεπαγγελματίες), όσοι δηλαδή έχουν άλλη κύρια απασχόληση, δε θα πάρουν στην παρούσα φάση. Κι αυτό αφορά τουλάχιστον σε 100.000 ελαιόδεντρα. 

Το ποσό δε που θα πάρουν οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες είναι μικρό, αφού η τιμή της ελιάς καθορίστηκε στα 144 €, υποτιμημένη από την πραγματική αξία που είναι 200 € τουλάχιστον και επ’ αυτής θα δοθεί συνολικά το 70% δηλαδή 144 € × 70% = 100,8 € ανά ελαιόδεντρο.

Στην παρούσα φάση όμως θα λάβουν ως προκαταβολή το 50%, δηλαδή 50,4 € ανά ελαιόδεντρο και μόνο οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες που έχουν υποβάλλει τη δήλωση ενιαίας ενίσχυσης στο ΟΣΔΕ και έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς.

Τονίζεται ότι στο Δελτίο Τύπου των Υπουργείων δεν προβλεπόταν στην παρούσα φάση η χορήγηση προκαταβολής στους μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες κι ούτε υπήρχε κάποια πρόβλεψη για τους ανασφάλιστους παραγωγούς, πράγμα απαράδεκτο για μια δραστηριότητα που έχει προσφέρει πολλά στην περιοχή και έχει τεράστιες δυνατότητες για συμπληρωματικό εισόδημα. που είναι απαραίτητο για αυτούς τους ανθρώπους που θέλουν να μείνουν στις ρίζες τους. 

Το Μάιο του 2022 ανακοινώνεται στα πλαίσια της προηγούμενης ανακοίνωσης η πληρωμή των 5,6 εκατ. από τα 56 εκατ. ευρώ των ζημιών που έχουν δηλωθεί και καταγραφεί. 

Με Δελτίο Τύπου, άμεσα, κατέθεσα την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ για τις πληρωμές των πληγέντων ελαιοκαλλιεργητών της βόρειας Εύβοιας:

«Υποβλήθηκαν Δηλώσεις ζημιών από 3.900 παραγωγούς και αφορούσαν σε 400.000 ελαιόδεντρα. Πληρώθηκαν μόνο 700 παραγωγοί για 110.000 ελαιόδεντρα με 50 ευρώ ανά δένδρο, δηλαδή με 5,5 εκατ. τη στιγμή που οι ζημιές φτάνουν στα 56 εκατ. συνολικά.

Η δική μας πρόταση περιλαμβάνει την κάλυψη όλων των πληγέντων ελαιοπαραγωγών της περιοχής που έκαναν και τις σχετικές δηλώσεις, παίρνοντας ως δεδομένα ότι:

1) η πραγματική αξία των ελαιοδέντρων ξεπερνά τα 200 ευρώ το καθένα και η αποζημίωση του 70% θα ανέλθει στα 140 ευρώ,

2) όλοι οι παραγωγοί θα φροντίσουν να προσκομίσουν το ΜΑΕ τους(Μητρώο Αγροτών –Αγροτικής εκμετάλλευσης) και 

3) οι μη ασφαλισμένοι θα φροντίσουν για το 2021 και το 2022 να πληρώσουν άμεσα ένα ασφάλιστρο περί τα 2,5-3 ευρώ το στρέμμα.

Μόνον έτσι θα πληρωθούν όλοι οι πληγέντες ελαιοπαραγωγοί το συνολικό τους ποσό των 56 εκατ. που δικαιούνται με βάση τις κυβερνητικές υποσχέσεις. 

Διαφορετικά για μια ακόμη φορά θα επιβεβαιωθεί ότι ο εμπαιγμός είναι το κύριο χαρακτηριστικό της αρωγής που υπόσχεται η Κυβέρνηση.».

Ο εμπαιγμός όμως συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αφού έκτοτε έχει γίνει μόνο μία πληρωμή 25 ευρώ ανά δέντρο και συνολικά 4,5 εκατ. ευρώ στους μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Έτσι συνολικά έχουν καταβληθεί για τις ζημιές από τα 56 εκατ. ευρώ που έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση, μόνο 10 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 17,8 %.».


Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Βαγγέλης Αποστόλου: Η διαχείριση των θεμάτων πολιτικής προστασίας στο βωμό της επικοινωνίας

Χαλκίδα, 3 Νοεμβρίου 2022


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Ομιλία του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και πρώην Υπουργού, ως Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου, στην Ολομέλεια της Βουλής με θέμα συζήτησης το νομοσχέδιο του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας «Εθνικός Μηχανισμός Εναέριας Έρευνας και Διάσωσης: “Θεοφάνης Ερμής Θεοχαρόπουλος” και διατάξεις για τη λειτουργία του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας».

“Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ειλικρινά σας ομολογώ ότι ήρθα να μιλήσω για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο επειδή επιλαμβάνεται θεμάτων για τα οποία έχω μια εμπειρία, αλλά και επειδή νόμιζα ότι μπορούσα κάτι να προσφέρω.

Δυστυχώς όμως επιχειρήθηκε ένα κλίμα πριν από λίγο, ξεκινώντας από την κυρία Αραμπατζή, παραληρηματικό σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Πού είναι η κυρία συνάδελφος; Δεν είναι εδώ.

Στο χωριό μου έχουν μια παροιμία, που τη λένε σε όλα τα σπίτια: «Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί». Και γιατί το λέω αυτό; Μόνο μία λειτουργία υπάρχει από πλευράς της Κυβέρνησης. Με τη συμπεριφορά της η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός, στο μεγάλο ζήτημα της παρακολούθησης του πολιτικού κόσμου της χώρας, των Βουλευτών, στο μεγάλο ζήτημα της παρακολούθησης Αρχηγού Κόμματος δεν δικαιούται να μιλάει για δημοκρατία, δεν δικαιούται να μιλάει για λειτουργία των θεσμών.

Οι θεσμοί, τουλάχιστον από αυτά που ως σκάνδαλα αναδεικνύονται μέρα με τη μέρα, φαίνεται ότι έχουν αλωθεί από τη Νέα Δημοκρατία. Και θα σας έλεγα ότι σε ένα σημείο πλέον έχουν ξεφύγει τα όρια. Είναι ένας χώρος ο οποίος κινδυνεύει και πάρτε το χαμπάρι: Αν δεν διορθωθείτε, θα σας χαρακτηρίσουν όλους «Πάτσηδες»!

Δεν είναι, κύριε Σιμόπουλε, αυτά που λέτε, ιδιαίτερα για το ΣΥΡΙΖΑ, σωστά. Και θα σας επαναλάβω ένα πράγμα, ότι εμείς -και εγώ προσωπικά το έχω κάνει πολλές φορές- παρουσιάζουμε λύσεις, προτάσεις για τα ζητήματα και όχι μόνο αγνοούνται οι προτάσεις, αλλά κυρίως υφιστάμεθα μία επίθεση. Θα τα πούμε όμως, κύριε Υπουργέ.

Το ζήτημα δεν είναι η επίθεση, αλλά το κατά πόσο θα μπορέσουμε, αναδεικνύοντας τα προβλήματα, να βρούμε λύσεις.

To νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα συμπίπτει με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη θέσπιση του Υπουργείου Κλιματικής κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, το Σεπτέμβρη του 2021. Μια χρονιά που σημαδεύτηκε δυστυχώς από τις καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου, αφού κάηκαν 1,3 εκ στρέμματα δασικής γης, με χαρακτηριστικότερη την ολοκληρωτική καταστροφή της Βόρειας Εύβοιας, που καθιστά και αναπόφευκτη την προσθήκη της στον απολογισμό του έργου του.

Το Υπουργείο ιδρύθηκε τότε, όπως κατ’ επανάληψη έχει κάνει ο Πρωθυπουργός μετά από κυβερνητικές αποτυχίες, για επικοινωνιακούς λόγους και παρά την πανηγυρική τοποθέτηση Υπουργού και Υφυπουργού η συνέχεια ήταν «τραγική».

Την επόμενη χρονιά, στην πυρκαγιά της Πεντέλης, την ώρα της έναρξης οι δυνάμεις της καταστολής τα είχαν χαμένα και η φωτιά μαίνονταν ανεξέλεγκτη εντός του αστικού ιστού.

Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση της πυρκαγιάς σε άλλες 3 χαρακτηριστικές περιπτώσεις, στην καταστροφή του Ελαιώνα της Άμφισσας που βρίσκεται εντός της ζώνης απόλυτης προστασίας του Δελφικού Τοπίου, στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς που έκαιγε για μέρες το μοναδικής αξίας οικοσύστημά της και στο παπίκιο της Ροδόπης που καίει για πολλές ημέρες.

Είναι τέτοιες αυτές οι πυρκαγιές που εξακολουθούν να στέλνουν κι ένα σκληρό μήνυμα στη Πολιτεία, ότι η προχειρότητα και ο ερασιτεχνισμός στη προσέγγιση των αγροτοδασικών και των περιαστικών δασών καλά κρατεί, γιατί δεν μπορείτε να οργανώσετε σωστά το πιο αδύνατο κομμάτι της αντιπυρικής προστασίας που είναι η έγκαιρη επέμβαση.

Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στην Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της.

Επίσης σημαίνει αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι αντιπυρικές ζώνες. Σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων.

Σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών.
Μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά.
Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική. Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις. Αυτά σας τα λέω για να συμβάλω στο έργο σας.

Τι είναι το Υπουργείο σας σήμερα; Ένα Υπουργείο «κέλυφος», χωρίς οργανόγραμμα, παρά μόνο αυτό της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας». Αποκαλυπτική για την απήχηση του Υπουργείου στην κοινή γνώμη είναι η δημοσίευση τον Ιούνιο του 2022 των αποτελεσμάτων τής έρευνας, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία σας, σχετικά με τις αντιλήψεις των Ελλήνων για την κλιματική αλλαγή, τη σοβαρότητά της και την προσαρμογή των πολιτών σε αυτήν. Καλό θα ήταν να την μελετήσετε σε βάθος πριν μας ξανα κατηγορήσετε ότι απαξιώνουμε το Υπουργείο και την αποστολή του επειδή σχολιάζουμε την διοίκηση που ασκείτε.

Οι περισσότεροι ερωτηθέντες δεν κατανοούν τους παράγοντες που συμβάλλουν στην πρόκληση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής και αδυνατούν να αντιληφθούν τη σοβαρότητα του προβλήματος για τη χώρα μας.

Είναι ανησυχητική και χρήζει προβληματισμού η περιορισμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οι ερωτώμενοι δηλώνουν σε πολύ μεγάλο ποσοστό ότι τόσο η Πολιτεία (80,7%) όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση (76,1%) δεν αναλαμβάνουν επαρκείς δράσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.

Οι περισσότεροι θεωρούν τις εθνικές κυβερνήσεις πρωτίστως υπεύθυνες για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, εκτιμώντας ότι αυτές θα πρέπει να αναζητήσουν λύσεις στο πρόβλημα.

Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό εκείνων που θεωρούν ότι μετά από καταστροφικές πυρκαγιές στα δάση "φυτρώνουν" ανεμογεννήτριες (55,1%).
Το ποσοστό αυτό στην Εύβοια φτάνει στο 100%, γιατί πριν ελεγχθεί πλήρως η πυρκαγιά του περσινού Αυγούστου ανακοινώθηκε η τοποθέτηση στα καιγόμενα δάση ανεμογεννητριών , που βέβαια μετά την αντίδραση των κατοίκων τις απέσυραν. Ξέρετε πόσο είναι το ποσοστό των ερωτηθέντων που δηλώνουν ότι οι περισσότερες πυρκαγιές είναι αποτέλεσμα σκόπιμου εμπρησμού (73,4%).

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν περίτρανα ότι παρά την έντονη ανησυχία, οι ερωτώμενοι αδυνατούν να κατανοήσουν την κλιματική αλλαγή και τις πολιτικές που στοχεύουν στον μετριασμό και την προσαρμογή σε αυτήν, επιβεβαιώνοντας ότι υπάρχει ένα έλλειμμα ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα στην επιστήμη, την Πολιτεία και την κοινωνία.

Στο παρόν νομοσχέδιο επιβεβαιώνεται η στρεβλή οργάνωση του Υπουργείου και η έλλειψη σαφούς οργανογράμματος.

Δημιουργείτε μία ακόμα ομάδα εργαζομένων μέσα στο Πυροσβεστικό Σώμα. Εκτός από τους μόνιμους, τους πενταετείς, τους εποχικούς, τις Ειδικές Μονάδες Δασικών Επιχειρήσεων (ΕΜΟΔΕ), τώρα προστίθενται και οι τριετείς διασώστες. Αντί λοιπόν να προχωρήσει η ομογενοποίηση του Πυροσβεστικού Σώματος, έχουμε άλλη μια ομάδα προσωπικού, που θα λειτουργήσει μετά την πάροδο πενταετίας.

Έως τότε προβλέπεται η σύναψη ιδιωτικών συμβάσεων, για την Παροχή Υπηρεσιών Έρευνας και Διάσωσης με πιστοποιημένες εταιρείες που διαθέτουν εναέρια ιδιωτικά μέσα και προσωπικό ιδίως, μέλη πληρώματος χειριστές τεχνικούς, διασώστες, ορειβάτες και εκπαιδευμένο πιστοποιημένο υγειονομικό προσωπικό .

Ασφαλώς και μας βρίσκει σύμφωνους κάθε προσπάθεια για τη διάσωση της ανθρώπινης ζωής, αρκεί όλοι οι εμπλεκόμενοι στις συγκεκριμένες δράσεις να αξιοποιούν όλες τις δυνατότητές τους.

Με αυτό θέλω να πω –και κλείνω, κύριε Πρόεδρε- ότι και εμείς είδαμε βεβαίως αυτή την προσπάθεια μέσα από μία θετική προσέγγιση που είχαμε σε όλες τις συζητήσεις και ότι αυτή η θέση μας πρέπει να ληφθεί υπόψη και να μη δημιουργούμε καταστάσεις που οδηγούν σε ομιλίες σαν και αυτές που βιώσαμε πριν από λίγο, σαν και αυτές τις απαράδεκτες, κάτι που θέλω να τονίσω ιδιαίτερα, για Κοινοβουλευτικούς άντρες και γυναίκες απόψεις. Να είστε καλά, σας ευχαριστώ!”


Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Ένας χρόνος από την πυρκαγιά της Βόρειας Εύβοιας



Άρθρο για τον έναν χρόνο μετά από την πυρκαγιά στη Βόρεια Εύβοια

Γράφει ο Βαγγέλης Αποστόλου, βουλευτής Ευβοίας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και πρώην Υπουργός

Οι μαύρες μέρες του περασμένου Αυγούστου έχουν καταγραφεί για μας τους Βορειοευβοιώτες για πάντα στις ψυχές μας. Είναι αδιανόητο όμως αυτή η καταστροφή να χρησιμοποιείται ως βήμα από επιτήδειους, αυτοπροβολής και επικοινωνιακού ρεσάλτο και τότε και τώρα. Αυτό ισχύει για όλους και ιδιαίτερα για την Κυβέρνηση και αυτούς που λειτουργούν υπό τη σκέπη της.

Είναι απαράδεκτο, για παράδειγμα, τη στιγμή που στους αγρότες δεν έχουν καταβληθεί όλες οι αποζημιώσεις να τους απαντά ο κ. Μπένος ότι έχουν στα χέρια τους 21 δις ευρώ από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης, όταν ακόμη για όλη τη χώρα υπάρχει μέγιστο πρόβλημα με την απορρόφηση αυτών των προγραμμάτων, ενώ την ίδια στιγμή να θεωρεί ως ύψιστο έργο για την περιοχή την επίσκεψη, καθόλου αρνητική, πολιτιστικών φορέων της χώρας μας.

Ας δούμε πως απάντησε η Κυβέρνηση και τι προτείναμε εμείς ως σήμερα στο πρόβλημα των πληγέντων κατοίκων της Β. Εύβοιας, που με την κατάσβεση της πυρκαγιάς έβαλαν ένα ζήτημα, που ήταν και είναι να μείνουν στις ρίζες τους, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν ή και μια άλλη που θα τους προτείνονταν, χωρίς βεβαίως να ξεχνούν την απόδοση των ευθυνών για την τραγωδία που υπέστησαν.

Κι αυτό προϋπέθετε πρώτον την έγκαιρη καταγραφή και καταβολή των αποζημιώσεων και των ενισχύσεων που να καλύπτουν τις ανάγκες επιβίωσής τους και δεύτερον την περιβαλλοντική αποκατάσταση. Την ίδια βέβαια στιγμή κι εμείς επιμέναμε να αρχίσουν οι εργασίες αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων, όπως επιτάσσει και το Σύνταγμα.

Στην περιβαλλοντική αποκατάσταση τα πράγματα δεν ξεκίνησαν καλά, γιατί η Κυβέρνηση παρότι την είχαμε προειδοποιήσει, ότι με τις πρωτόγνωρες για το χώρο διαδικασίες που επιχείρησε να αντιμετωπίσει την αναγέννηση και την αποκατάσταση, εισάγοντας ιδιώτες αναδόχους σε δημόσια δάση, θα υπάρξουν προβλήματα.

Αντιδράσαμε στους συγκεκριμένους αναδόχους αποκατάστασης γιατί ξαφνικά εμφανίζεται ένα Δημόσιο να ομολογεί ότι δεν μπορεί να συντάξει μελέτες ή να εκτελέσει τέτοια έργα. Ενώ την ίδια στιγμή είχαν χορηγήσει στην ευρύτερη περιοχή της Β.Κ. Εύβοιας άδειες παραγωγού για 375 MWAT, εκ των οποίων τα 175 αφορούσαν στις πυρόπληκτες περιοχές. Τους αναγκάσαμε βέβαια να τις αποσύρουν, αλλά η τελευταία πληροφόρηση δείχνει την επαναχορήγηση περί τα 100 MWAT σε γνωστή στην περιοχή εταιρεία.

Η περιβαλλοντική αποκατάσταση ως προτεραιότητα υπηρετήθηκε μέχρις ενός σημείου, αυτού της κατασκευής μερικών αντιδιαβρωτικών έργων. Είναι τα χαμηλής επέμβασης φράγματα που κάπως λειτούργησαν γιατί δεν είχαμε μεγάλα πλημμυρικά επεισόδια. Πρέπει άμεσα να ολοκληρωθούν και τα αντιπλημμυρικά. Έχουν ήδη συνταχθεί δύο μελέτες, που σημαίνει ότι μπορούν να δημοπρατηθούν γρήγορα.

Στην περιβαλλοντική αποκατάσταση πρέπει να ενταχθεί και η αντιμετώπιση της καμένης ξυλείας. Χρειάζεται να γίνουν υλοτομίες για να απομακρυνθεί το πολύ σε 2 χρόνια από την πυρκαγιά. Για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται προσωπικό στα Δασαρχεία και μάλιστα εξειδικευμένο. Η πρόσληψη εποχιακών δασικών με οχτάμηνες συμβάσεις βοηθάει, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα με έμπειρους που χρειάζονται αυτή τη στιγμή. Γιατί μιλάμε για 600 χιλιάδες στρέμματα δασών τα οποία είναι έρμαια των άσχημων καιρικών συνθηκών.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, ξεκαθαρίζουμε τη θέση μας από την αρχή για δύο πράγματα:
1) Όχι μόνο πρέπει να αφήσουν τη φύση στο αναγεννητικό της έργο, αλλά και να τη βοηθήσουν. Τα περί αλλαγής της βλάστησης και αναδάσωσης μόνο όταν υπάρξει ανάγκη και
2) η δασοπροστασία ως δραστηριότητα θα ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.

Σχετικά όμως με τα δάση, καμένα και μη, υπάρχουν και πολλά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως της κυριότητας, της αλλαγής χρήσης, της δάσωσης αγρών, της λειτουργίας των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, αλλά και των συνεταιρισμών εργασίας.

Όντως υπάρχει ακόμη πρόβλημα με τη καταβολή των αποζημιώσεων και των ενισχύσεων, αρχίζοντας από τις βασικές παραγωγικές αλλά και παροχής υπηρεσιών δραστηριότητες της περιοχής, που είναι ο αγροτοδασικός και ο αγροτοτουριστικός τομέας.

Ειδικά τα αγροτικά, γιατί είναι πολύ μεγάλο το ποσοστό των πληγέντων που έχει κύριο και συμπληρωματικό εισόδημα από την αγροτική δραστηριότητα. Στην κτηνοτροφία χάθηκαν 3.200 αιγοπρόβατα. Δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα όλοι οι πληγέντες τις αποζημιώσεις. Είναι δυνατόν να υπάρχουν εκκρεμότητες με τα πορίσματα;

Ανακοινώθηκε εδώ και καιρό η καταβολή μιας έκτακτης de minimis ενίσχυσης 40 ευρώ ανά ζώο. Καταβλήθηκε τελικά 8 μήνες μετά την πυρκαγιά κι αυτό μειωμένο, αφού οι περισσότεροι από τους μισούς πήραν 20 ευρώ ανά ζώο. Και βέβαια ένας μεγάλος αριθμός που έχει συμπληρωματικό εισόδημα από την κτηνοτροφία έχει μείνει στο περίμενε.

Μελισσοκομία. Χάθηκαν εκατοντάδες μελισσοσμήνη. Ένα μέρος των ασφαλισμένων έχει πληρωθεί. Η μελισσοκομική δραστηριότητα χρειάζεται ειδική προσέγγιση. Πρόκειται για ένα κλάδο που προσφέρει σημαντικά σε συμπληρωματικό εισόδημα.

Παρακολουθούμε την υλοποίηση των εξαγγελιών και την πορεία ενός κλάδου, που ειδικά για την πυρόπληκτη Β. Εύβοια μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη βιώσιμη ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα. Βέβαια για τους δύο αυτούς κλάδους πρέπει να διασφαλιστούν άμεσα ζωοτροφές. Να μην επαφίονται στις δωρεές, που κάποτε τελειώνουν.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα υπάρχει στους ελαιοκαλλιεργητές βρώσιμης ελιάς και λαδιού. Έχουν καταστραφεί περισσότερα από 250.000 ελαιόδενδρα. Είχαμε πει ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ΠΣΕΑ, ώστε να πληρωθούν πριν το καλοκαίρι. Δεν έγινε καμία προσπάθεια, παρότι αποτελεί θέμα επιβίωσης για τους κατοίκους. Αυτά που ανακοινώθηκαν το Γενάρη και δόθηκαν 4 μήνες αργότερα όχι μόνο δεν καλύπτουν όλα τα πληγέντα ελαιόδενδρα, αλλά ούτε και την πραγματική τους αξία.

Καταρχήν είναι ξεκάθαρο ότι αφορά αποζημιώσεις μόνο σε αυτούς που έχουν ασφαλιστεί στον ΕΛ.Γ.Α. και ταυτόχρονα είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Μόνον αυτοί θα πάρουν. Οι ασφαλισμένοι, μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, όσοι δηλαδή έχουν άλλη κύρια απασχόληση, δε θα πάρουν στην παρούσα φάση. Κι αυτό αφορά τουλάχιστον σε 100.000 ελαιόδενδρα. Το ποσό δε που πήραν οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες ήταν μικρό, αφού η τιμή της ελιάς καθορίστηκε στα 144 €, υποτιμημένη από την πραγματική αξία που είναι 200 € τουλάχιστον. Και επ’ αυτής θα δοθεί συνολικά το 70% δηλαδή 100 € ανά ελαιόδενδρο.

Στην παρούσα φάση όμως έλαβαν ως προκαταβολή το 50%, δηλαδή 50 ευρώ ανά ελαιόδενδρο και μόνο οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες που έχουν υποβάλει και τη Δήλωση ΟΣΔΕ αλλά και έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς. Δεν προβλέπεται στην παρούσα φάση η χορήγηση προκαταβολής στους μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες κι ούτε υπάρχει κάποια πρόβλεψη για τους ανασφάλιστους παραγωγούς. Είναι κρίμα για μια δραστηριότητα που έχει προσφέρει πολλά στην περιοχή και έχει τεράστιες δυνατότητες για συμπληρωματικό εισόδημα να υπάρχει τέτοια απαξίωση.

Είναι χαρακτηριστική στη λειτουργία της Κυβέρνησης η υποσχεσιολογία μέτρων για τους πληγέντες χωρίς αντίκρισμα και ειδικά για τους ρητινοκαλλιεργητές. Μια δραστηριότητα που έχει συνδεθεί με την επιβίωση της περιοχής. Καταρχήν τη θεωρούμε βιώσιμη. Γι αυτό και προτείνουμε τη διασφάλιση της δουλειάς τους μέχρι την επανέναρξη της συγκεκριμένης καλλιέργειας.

Κι αυτό μπορεί να γίνει με την ένταξή τους σε 7ετές κοινωφελές πρόγραμμα του ΟΑΕΔ με αντικείμενο απασχόλησης δασικές εργασίες και με ταυτόχρονη δέσμευση στη κατεύθυνση της επανάληψης για τη κάλυψη όλου του απαιτούμενου χρόνου. Η πρόταση που έχει καταθέσει η κυβέρνηση όχι μόνο παραμένει αιωρούμενη, αλλά και υφίσταται εκπτώσεις, αφού το πρόγραμμα όπως στήνεται πετάει έξω αυτούς που έχουν κάποια επιδότηση από άλλη δραστηριότητα.

Το τονίζω για μια ακόμη φορά. Δεν έχουν καταλάβει ακόμη οι κυβερνητικοί ότι για να επιβιώσει κάποιος στην περιοχή χρειάζεται εισόδημα και από άλλη δραστηριότητα.

Παράλληλα βέβαια προτείνουμε
1) Την ασφάλιση για βαρέα, όπως είχαν οι ρητινοκαλλιεργητές, που σημαίνει σύνταξη στα 62 και όχι στα 67 χρόνια,
2) Την είσοδο στο πρόγραμμα και των ατόμων που ξεκίνησαν το 2021 τη δραστηριότητα αλλά δε μπόρεσαν να συγκεντρώσουν παραγωγή και
3) Την είσοδο, στο επάγγελμα του ρητινοκαλλιεργητή, νέων απασχολούμενων κάθε χρόνο, ανάλογων με τους εξερχόμενους.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση, πλην των ρητινοκαλλιεργητών, δραστηριοποιούνταν κι ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν σχέση ζωής, όπως οι δασεργάτες, και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Όλοι αυτοί όχι μόνο μπορούν αλλά και πρέπει να απασχοληθούν σε εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη.

Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας. Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση θα εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη.

Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία.

Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών και απόδοσης στην κτηνοτροφία εκτάσεων με χαμηλή βλάστηση.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα.

Επίσης και τα κηπευτικά και ιδιαίτερα η ντοματοκαλλιέργεια, υπαίθρια και θερμοκηπιακή είναι μια δραστηριότητα με σημαντικό ρόλο στον αγροτικό τομέα της περιοχής.

Πέραν των προηγούμενων παρεμβάσεων πρέπει να υπάρξουν πρόσθετα κίνητρα για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, όπως η δημιουργία ενός σφαγείου για αιγοπρόβατα. Έγιναν πολλές συναντήσεις γι αυτό επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Επισκέφθηκαν στελέχη του Υπουργείου την περιοχή και προχώρησαν στη σύνταξη προμελέτης. Δεν υπήρξε ανταπόκριση για το φορέα που θα υλοποιούσε την επένδυση.

Η συνέχεια της αγροτικής δραστηριότητας απαιτεί την υλοποίηση μέτρων, όπως της εγκατάστασης νέων αγροτών μέσα από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης και της προώθησης της πράσινης γεωργίας μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η δραστηριότητα όμως που ακουμπά καθοριστικά το φυσικό περιβάλλον είναι ο τουρισμός. Οι τουριστικές επιχειρήσεις ακόμη και αυτή την ώρα βρίσκονται χωρίς στήριξη. Για να μπορέσει όμως ο χώρος να συνεχίσει τη λειτουργία του την επόμενη ημέρα χρειάζεται να διερευνηθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης των θεματικών μορφών τουρισμού.

Σίγουρα η ναυαρχίδα της περιοχής είναι οι ιαματικές πηγές της Αιδηψού και αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα. Χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση της θέσης και του ρόλου τους με στόχο την άρση της «μονοκαλλιέργειας» των επιδοτούμενων ιαματικών λουτρών, προς ένα μοντέλο δημιουργίας ενός ιαματικού πόλου για την παροχή υψηλής ποιότητας καλλωπιστικού και θεραπευτικού τουρισμού, αλλά και σύνδεσής του με άλλες μορφές τουρισμού.

Γι' αυτό πρέπει να αναδειχτούν ιδιαιτερότητες που μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά στις κλασικές μορφές του τουρισμού, όπως είναι οι φυσιολατρικές επισκέψεις, για παράδειγμα, στο απολιθωμένο δάσος Κερασιάς και στο δασικό χωριό των Παπάδων, που δυστυχώς ακόμη δεν έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες αποκατάστασής του, ή οι θρησκευτικές στα Ήλια, στη μονή Γαλατάκη και άλλες.

Πάνω από όλα όμως υπάρχει πλεονέκτημα με τον αγροτουρισμό.

Όλα αυτά για να πετύχουν στον στόχο τους, δηλαδή στην παραμονή των κατοίκων την επόμενη ημέρα στα χωριά τους, έπρεπε να ενταχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου που πρόσφατα ψηφίστηκε στη Βουλή. Γι αυτό και ζητούσαμε να συμπεριληφθούν και να ενταχθούν όλες οι επιχειρήσεις, αδιακρίτως ύψους επένδυσης, που αφορούν στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση, στον τουρισμό, στις υπηρεσίες και μάλιστα εξαντλώντας όλα τα όρια των ενισχύσεων, ακόμη κι όταν αφορούν στην απόκτηση εισοδήματος από συμπληρωματικές μορφές απασχόλησης.

Όσον αφορά στις υποδομές μπαίνει διαρκώς σε συζήτηση η πρόταση Μπένου για μελέτη μεσογειακής χάραξης. Το ανεξήγητο είναι ότι πρόκειται για μια όδευση που θα λειτουργεί παράλληλα με την εθνική οδό Ψαχνών – Ιστιαίας, ενώ χρόνια τώρα ξοδεύονται χρήματα για τη διαπλάτυνση της δεύτερης και ζητούμενο για την περιοχή ήταν η δυτική κανδήλια χάραξη. Αν υπάρχουν χρήματα για την κατασκευή και των δύο θα ήταν χρήσιμο η ανατολική να έχει διαφορετική όδευση.

Κι έρχομαι στον επιχειρηματικό κόσμο και ιδιαίτερα στο τουριστικό χώρο.

Ανακοίνωσαν τα μέσα του Οκτώβρη, δηλαδή 2,5 μήνες μετά τον έλεγχο της πυρκαγιάς ορισμένα μέτρα στήριξης. Όχι μόνο δεν κάλυπταν όλους τους πληγέντες, αλλά και δεν πρόβλεπαν γρήγορη εκταμίευση.

Παραδείγματα: Η άμεση εκταμίευση του 70% της εκτιμηθείσας ζημιάς σε συνεργασία με την Περιφέρεια μόνο άμεση δεν ήταν. Καταβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.

Επίσης η σύνδεση της επιστρεπτέας προκαταβολής με μεγάλες απώλειες τη συγκεκριμένη περίοδο άφησε πολλές μικρές επιχειρήσεις που τέτοιες κυριαρχούν στην περιοχή.

Ούτε κουβέντα ακόμη για τις αποζημιώσεις των καταστροφών στις εγκαταστάσεις και στις υποδομές.

Ειδικά δε για τις αγροτικές επιχειρήσεις, το Ταμείο Αρωγής δεν παρεμβαίνει καθόλου, με αιτιολογία ότι χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Αγροτικό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, εξαιρώντας ουσιαστικά από την ενίσχυση τις μονάδες που επλήγησαν και αγνοώντας ταυτόχρονα ότι τα παραπάνω προγράμματα απορροφούνται με άλλες ειδικές διαδικασίες και δεν συνυπολογίζονται με αυτές για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Κομβικής σημασίας ζήτημα είναι και η έλλειψη ουσιαστικής στήριξης των πληγεισών τουριστικών επιχειρήσεων. Στις σχετικές ερωτήσεις προς τους αρμόδιους υπουργούς, οι απαντήσεις, πρώτον από τον Υποδομών, δεν άγγιξαν ούτε κατ’ ελάχιστο τις ανάγκες αποκατάστασης των ζημιών και συνέχισης λειτουργίας των συγκεκριμένων επιχειρήσεων και δεύτερον από τον Οικονομικών, να έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα για τις πυρκαγιές στην Εύβοια μόνο 3 αποφάσεις συνολικού ποσού 1,9 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων πιθανόν να μην έχει εκταμιευτεί ούτε ένα ευρώ.

Βέβαια, πέραν αυτών υπάρχουν και διάφορα φορολογικά και ασφαλιστικά κίνητρα, τα οποία όμως αδυνατούν να εκμεταλλευτούν οι πληγέντες, είτε λόγω ΚΑΔ, είτε λόγω κύκλου εργασιών.

Θα επαναλάβω για να καταστεί σαφές ότι οι δασικές εκτάσεις που κάηκαν κηρύχθηκαν αναδασωτέες, που σημαίνει ότι αλλαγές στο χαρακτήρα τους, δηλαδή αποχαρακτηρισμός μπορεί να υπάρξει μόνο για αγροτική δραστηριότητα, που κι αυτή πρέπει να είναι οικονομικοτεχνικά τεκμηριωμένη κατά περίπτωση. Το τονίζω αυτό γιατί πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε προτάσεις χωροταξικού σχεδιασμού. Το Γ.Π.Σ. της Δ.Ε. Λίμνης που εγκρίθηκε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση αφορά 17 οικιστικές περιοχές. Τι θα γίνει με αυτές, αλλά και με τους 2 οικισμούς παραθεριστών; Το σίγουρο είναι ότι απαιτείται η έγκριση των Δασικών Υπηρεσιών.

Από την πλευρά της κυβέρνησης αυτό που υπάρχει μέχρι σήμερα είναι η πρόθεση για την εκπόνηση των μελετών ανασυγκρότησης, από την οποία απουσιάζουν αναφορές σε συγκεκριμένα έργα. Αντί αυτών ακούσαμε για δράσεις φωτοδότες (!) και για νέα ΚΕΠ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός αν και επισκέφθηκε με μεγάλη καθυστέρηση την περιοχή, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ασχοληθεί με το μεγάλο πρόβλημα που έχουν οι κάτοικοί της, που δεν είναι άλλο από την εξασφάλιση της επιβίωσής τους στον τόπο τους.


Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Το μήνυμα από την πυρκαγιά της Πεντέλης

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Εύβοιας & πρ. Υπουργού
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΑΥΓΗ της Κυριακής

Πιστεύω ότι ο κ. Στυλιανίδης δεν πήρε το μήνυμα, εμφανιζόμενος κατευχαριστημένος από τη στρατηγική του στη διαχείρισή της πυρκαγιάς της Πεντέλης και μοιράζοντας συγχαρητήρια στους εαυτούς τους.

Ας δούμε χαρακτηριστικά τι φαίνεται ότι δεν αντιλήφθηκε:

1) ότι η πυρκαγιά της Πεντέλης κονιορτοποίησε όλες τις αντιλήψεις που κυριάρχησαν εδώ και χρόνια στην περιοχή για την επόμενη ημέρα και είναι: συνεχίζουμε τη δόμηση αρκεί να τη καλύψουμε παράλληλα με ανάλογες αναδασώσεις. Αν συνεχιστεί η ίδια προσέγγιση στο συγκεκριμένο ζήτημα τότε η επόμενη καταστροφή θα είναι η ερημοποίηση της Πεντέλης. Ταυτόχρονα βέβαια, τόσο ο ίδιος, όσο και ο συνάδελφός του, Υπουργός Περιβάλλοντος, πρέπει όχι μόνο έγκαιρα να κηρύξουν αναδασωτέες τις εκτάσεις που κάηκαν, αλλά κυρίως να λάβουν υπόψη ότι έχουν προϋπάρξει κι άλλες παλιότερες κηρύξεις αναδασωτέων, που εξακολουθούν να ισχύουν.

2) ότι η Πεντέλη αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των περιαστικών δασών της χώρας μας, που προέκυψαν ως ένα ασυνάρτητο σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης μέσα από ανθρωπογενή παρέμβαση. Είναι η ίδια η Πολιτεία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση που “δημιούργησαν ή συναίνεσαν” στην εμφάνισή τέτοιων συμπλεγμάτων, που εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να διαχειρίζονται με ενιαίο τρόπο.

3) ότι στις περιαστικές περιοχές πρέπει να αποφευχθεί η προσέγγιση των οικιστικών πυκνώσεων ως λύση για την αυθαίρετη δόμηση, τόσο από τη Διοίκηση όσο και από την Αυτοδιοίκηση.

4) ότι δεν κυριαρχεί κάποια ιεράρχηση στη δράση για την αντιμετώπιση των επεισοδίων που θα δίνει το πρώτο λόγο στην πρόληψη και έγκαιρη επέμβαση και το δεύτερο στην καταστολή. Κι αυτό ήταν οφθαλμοφανέστατο στις εργασίες πρόληψης και γενικότερα αντιπυρικής προστασίας. Η τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει κατ΄αρχάς να έχει στα χέρια της την εικόνα της βλάστησης, όχι μόνο για να μπορεί να προβαίνει σε προληπτικές εργασίες, αλλά και σε συνεργασία με τη Δασική υπηρεσία να φτάνουν ακόμη και μέχρι τη δυνατότητα διαχείρισης της βλάστησης.

Την έγκαιρη επέμβαση πρέπει να κάνουν οι κάτοικοι μέσα από εθελοντικές ομάδες που θα γνωρίζουν καλά τους χώρους παρέμβασής τους. Ένας σχεδιασμός που να δίνει τη δυνατότητα επέμβασης σε 10 έως 15 λεπτά μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

5) ότι για την καταστολή χρειάζονται όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση, δηλαδή και η Πυροσβεστική και η Δασική Υπηρεσία, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους, ιδιαίτερα στη συνεργασία τους με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Πάντως αυτή η διαχείριση της πυρκαγιάς της Πεντέλης με τέτοια καταστροφή περιβάλλοντος και περιουσιών δεν ήταν ούτε για ενθουσιασμούς, ούτε για βραβεία...

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

Μια πρόταση για τις πυρκαγιές

 



Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας & πρώην Υπουργού
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ την Τετάρτη 13/7/2022

Παρότι οι περσινές πυρκαγιές απανθράκωσαν το μοντέλο δασοπυρόσβεσης της χώρας μας, δυστυχώς η ίδια λογική ακολουθείται και τη φετινή χρονιά, πράγμα που δείχνει ότι και φέτος μας περιμένουν πολύ δύσκολες μέρες. Πυρκαγιές είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημα της χώρας μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη.

Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια ,τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που περιμένει τον εμπρηστή του. Και εμπρηστής του δεν είναι η κλιματική αλλαγή .Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ και την πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση. Θα σταθώ ιδιαίτερα στις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας.

Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στη Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες.

Δυστυχώς, με την κίνηση αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι δασικοί να μη συμμετέχουν, όταν καιγόταν η περιοχή που διαχειρίζονταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της. Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική.

Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές. Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Το πρώτο όμως που πρέπει να συμβεί για να είναι αποτελεσματική μια δασοπυρόσβεση είναι η διαχείριση των δασών να γίνεται με προσανατολισμό την αντιπυρική τους προστασία, που σημαίνει και μια χρηματοδότηση της πρόληψης τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία. Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.