Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Η ΛΑΡΚΟ σε δρομολογημένο ξεπούλημα

 Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Εύβοιας & πρώην Υπουργού


Τι κι αν παράγει αυτό που οι αγορές αποκαλούν νέο χρυσό; Η ΛΑΡΚΟ βρίσκεται αυτή την ώρα σε πορεία προς το Εθνικό Τυπογραφείο για να ολοκληρωθεί το δρομολογημένο από τον Ιούλιο του 2019 ξεπούλημά της.

Σήμερα χάνουν τη δουλειά τους 1.100 εργαζόμενοι μόνιμα, 4.000 σε εργολάβους και πάνω από 10.000 άνθρωποι που σχετίζονται έμμεσα με τη λειτουργία των μεταλλευτικών κέντρων σε Εύβοια, Θήβα και Καστοριά, του λιγνιτωρυχείου στα Σέρβια Κοζάνης και του εργοστασίου στη Λάρυμνα της Φθιώτιδας.

Αν η εταιρεία μπόρεσε να επιζήσει πάνω από πενήντα χρόνια, με χρήσεις κερδοφόρες αλλά και ζημιογόνες, ήταν γιατί για μεγάλο διάστημα δεν κυριάρχησε μια απόλυτη μονοσήμαντη θεώρηση, δηλαδή το οικονομικό αποτέλεσμα που η σημερινή κυβέρνηση έχει ειδικά θεοποιήσει στην πολιτική της προσέγγιση.

Το συνολικό, κοινωνικό, οικονομικό ισοζύγιο κόστους - οφέλους ήταν ο λόγος που καθιστούσε τη ΛΑΡΚΟ σημαντική πηγή οικονομικής ζωής για τους έξι νομούς στους οποίους δραστηριοποιούνταν.

Βέβαια, ίσως κάποιος μου πει « κι εσείς τι κάνατε ως κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να στηρίξετε αυτό το ισοζύγιο;» Εμείς κρατήσαμε όρθια την επιχείρηση σε δύσκολες συνθήκες λόγω των μνημονιακών υποχρεώσεων και των δημοσιονομικών δυσκολιών που υπήρχαν. Μετά την έξοδο από τα Μνημόνια άρχισε να μας απασχολεί η επόμενη μέρα.

Κι αυτό που περιμέναμε άρχισε να φαίνεται σιγά-σιγά.

Η ΛΑΡΚΟ να μπαίνει σε ανοδική πορεία εξαιτίας της ανόδου των τιμών του νικελίου, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται τον τελευταίο χρόνο.

Δυστυχώς η κυβέρνηση αγνόησε αυτή τη θετική προοπτική που υπάρχει, όχι μόνο με την τιμή του νικελίου, αλλά και με τη χρήση του σε συσσωρευτές ηλεκτρικής ενέργειας, και προχώρησε στο κλείσιμο της παραγωγικής διαδικασίας, στην απόλυση όλων των εργαζομένων και στο άδειασμα των οικισμών.

Όταν κρίνεται το εργασιακό μέλλον των εργαζόμενων σε μια επιχείρηση, που όλοι λένε ότι μπορεί να είναι η ναυαρχίδα της βιομηχανίας στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν διλήμματα.

Η συμπαράταξη στον αγώνα τους αποτελεί πρόσταγμα.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Β. Εύβοια: Φωνή ανασυγκρότησης μετά την κραυγή απόγνωσης

 Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας & πρώην Υπουργού


Η Βόρεια Εύβοια εγκαταλείφθηκε. Για ένατη μέρα σήμερα έχει παραδοθεί στις φλόγες. Η
έκταση μόνο του δάσους που κάηκε μέχρι τώρα υπολογίζεται στα 465.000 στρέμματα. Σπίτια, επιχειρήσεις, στρέμματα καλλιεργειών, μελίσσια, ζώα, εγκαταλείφθηκαν στην πύρινη κόλαση, χωρίς προσπάθεια διάσωσής τους.

Οι φωνές των κατοίκων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για ενίσχυση της πυρόσβεσης δεν έφτασαν ποτέ στα αυτιά των αρμοδίων. Άλλωστε ο ίδιος ο αρχηγός της Πυροσβεστικής, σε μια κυνική ομολογία του σε τηλεοπτική συνέντευξη, παραδέχτηκε ότι “δεν παρακολουθούσε και πολύ” το πύρινο μέτωπο της Εύβοιας, καθώς ήταν απασχολημένος αποκλειστικά με τις φωτιές στην Πάρνηθα! Αυτό ήταν το στοίχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Είναι γνωστό ότι τα χωριά της βόρειας Εύβοιας σώθηκαν από τις υπεράνθρωπες προσπάθειες κατοίκων και εθελοντών. Κι ενώ η Πολιτική Προστασία έστελνε μηνύματα για εκκενώσεις, οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το μήνυμα της εκκένωσης σήμαινε “αφήστε τα να καούν όλα”.

Ανθρώπινες απώλειες δεν υπήρξαν, ευτυχώς. Όμως η Κυβέρνηση σχεδίασε σε γκρίζο καμβά, επί 9 μέρες να καίγεται το νησί και να δίνει εντολές για εκκένωση χωρίς μέτρα πυρόσβεσης των χωριών, ενώ οι κάτοικοι φώναζαν ότι μένουν για να διασώσουν τις περιουσίες τους, καθώς η ριψοκίνδυνη αυτή απόφαση, ήταν για αυτούς μονόδρομος. Όταν η πολιτεία αδιαφορεί για τον πολίτη, τότε ο πολίτης αποφασίζει να την υποκαταστήσει, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Κι ερχόμαστε στο σήμερα, που ακόμη οι αναζωπυρώσεις μαίνονται και κάτοικοι και εθελοντές έχουν πλέον εξαντληθεί και εξοργιστεί. Η κατάσβεση έχει τελικό όριο τη θάλασσα. Είναι δυνατόν, δέκα μέρες να καίγεται η Εύβοια και η κατάσβεση της φωτιάς να είναι ατομική υπόθεση; Ακόμη και σε αυτό, “ατομική ευθύνη”; Το δόγμα της κυβέρνησης είναι σε πλήρη εφαρμογή, από την πανδημία, στις φωτιές, στις πλημμύρες, σε οτιδήποτε πλήττει τους πολίτες.

Ως αντιπολίτευση, με χρέος απέναντι στους πληττόμενους πολίτες να βάλουμε μπροστά το δίκαιο συμφέρον τους. Οι ύαινες της μικροκομματικής σκοπιμότητας δεν θα ουρλιάξουν ποτέ από την αριστερά. Ζητάμε την απόδοση ευθυνών, ζητάμε την απόδοση δικαιοσύνης, δε θα υποδείξουμε εμείς όμως, στον πρωθυπουργό, τον πολιτικό προϊστάμενο όλων των κρατικών φορέων, ποιος θα παραιτηθεί. Βρίσκεται ο ίδιος αντιμέτωπος με το μέγεθος της τεράστιας, απαράγραπτης ευθύνης τους και θα κριθεί το ύψος του, από τον ίδιο τον ελληνικό λαό.

Εντέλει, όταν η φωτιά σβήσει και η οργή κοπάσει αυτό που δεν θα σβήσει θα είναι η δίψα των πολιτών για τη ζωή που είχαν και θέλουν να ξανακερδίσουν. Προσοχή, όχι με “αρωγές” και φιλανθρωπία, αλλά με πλήρεις αποζημιώσεις, με αποκατάσταση των ζημιών, εύρεση εργασίας, αναβαθμιση της ποιότητας ζωής. Διαβάζουμε και ακούμε τη γνωστή πλέον καραμέλα του νεοφιλελευθερισμού, ότι “η κρίση φέρνει ευκαιρίες”, ότι η Εύβοια μπορεί να αναβαθμιστεί σε σύγχρονο παράδειγμα ευμάρειας, οικολογικό πρότυπο κλπ.

Η Εύβοια υπήρξε ένας περιβαλλοντικός παράδεισος, όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία με τη φύση. Το μοναδικό πρόβλημα, που αποδείχτηκε για άλλη μία φορά, δεν ήταν η σχέση του κατοίκου της Εύβοιας με τη φύση, αφού οι κάτοικοι ήταν αυτοί που αντιμετώπισαν τελικά τη φωτιά, αλλά η απουσία κρατικών υποδομών. Για να ξαναανθίσει η βόρεια Εύβοια, για να επιβιώσουν τα χωριά της και να μην ερημωθούν, άλλη μία φορά από την ανεργία, όπως σωστά είπε πρόεδρος κοινότητας της περιοχής μου: Δεν θέλει επαιτεία, θέλει γερή κρατική στήριξη και φυσικά, τη στήριξη όλων μας.

Εδώ θα κληθούμε να απαντήσουμε όλοι. Ήδη η ψύχραιμη και νηφάλια στάση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., για ενότητα αποτελεί στάση πατριωτικής ευθύνης.

Ταυτόχρονα βέβαια με την αντιμετώπιση των συνεπειών της πυρκαγιάς και την επούλωση των πληγών, πρέπει να δούμε ξανά, από την αρχή, το μοντέλο δασοπυρόσβεσης και όχι μόνο. Την ανακατανομή της οικονομίας μας με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύσουμε τους τομείς εκείνους που η Ελλάδα πάσχει και αφορούν στα δημόσια αγαθά: το περιβάλλον, την υγεία, την εκπαίδευση. Χρόνια αιτήματα των πολιτών που πλέον είναι απαιτήσεις της σκληρής πραγματικότητας της πανδημίας και της κλιματικής κρίσης.

Έχω γράψει πάρα πολλές φορές, με την ιδιότητά μου ως δασολόγου, για τη δασοπυρόσβεση, τη σημασία της πρόληψης και της διαχείρισης των δασών από τους αρμόδιους φορείς που γνωρίζουν σε βάθος το αντικείμενο, με αρωγούς τους δασεργάτες. Δε θα ήθελα να κουράσω. Μόνο να επισημάνω ότι οι πυρκαγιές δεν είναι αποτέλεσμα της κλιματικής κρίσης, όπως τεχνηέντως θέλει να παρουσιάσει η κυβέρνηση. Οι συνθήκες που ευνοούν την εξάπλωσή τους, δηλαδή η ξηρασία , η θερμοκρασία, ο αέρας κ.λ.π. είναι που επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή. Όμως πλέον είναι τέτοια τα τεχνικά μέσα που διαθέτουμε, που η άγνοια είναι αδικαιολόγητη. Η κυβέρνηση γνώριζε πολύ καλά το επίπεδο συναγερμού πυρκαγιών και δήλωνε ότι ο κρατικός μηχανισμός είναι έτοιμος. Αποδείχτηκε όμως, ανύπαρκτος.

Η επόμενη μέρα της Εύβοιας ήδη ξημερώνει, Με πολίτες συνειδητοποιημένους, ενεργούς και ένα μεγάλο κύμα συμπαράστασης από όλη την Ελλάδα. Μένει όμως να γραφτεί το πιο σημαντικό κομμάτι του τέλους αυτής της περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής τραγωδίας: η κάθαρση.

Αυτή θα έρθει με δύο τρόπους: την απόδοση των ευθυνών και την αποζημίωση των πολιτών. Το κράτος της κοινωνικής πρόνοιας, που ως Ευρωπαίοι ευαγγελιζόμαστε , οφείλει να διορθώσει τα λάθη και να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να ανθίσει ξανά η ζωή εδώ. Χωρίς πειράματα, χωρίς παροτρύνσεις για ευκαιρίες μέσα στην κρίση. Με τις υποδομές που χρειαζόμαστε και τη στήριξη των πληγέντων. Για τα δάση, έχουμε όλοι χρέος να συνδράμουμε αποτελεσματικά τη φύση να κάνει τη δουλειά της, όπως αιώνες τώρα.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Η ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων το στοίχημα για τους Δασικούς Χάρτες και το Εθνικό Κτηματολόγιο.

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας και πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ το Σάββατο 18/4/2021

Το ζητούμενο αυτή την ώρα από τους δασικούς χάρτες είναι ο χαρακτηρισμός και η χρήση των εκτάσεων που καταγράφονται, πράγμα που θα ολοκληρωθεί με την κύρωσή τους. Το περιεχόμενο των χαρτών θα χρησιμοποιηθεί σε μια επόμενη φάση που έχει σχέση με την ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, δηλαδή της κυριότητας και της νομής αυτών των εκτάσεων, αν και η σχετική συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει και έχει αναστατώσει μεγάλο μέρος των κατοίκων της υπαίθρου.

Δεν μπορούν να καταλάβουν οι αγρότες γιατί το ελαιοπερίβολο που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους έχει χαρακτηριστεί δασικό και για το λόγο αυτό ανήκει κατά τεκμήριο στο Δημόσιο.

Πριν ένα χρόνο το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε μια απόφαση σταθμό για την υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας, για μια υπόθεση που κράτησε 50 χρόνια και αφορά στην απόρριψη της διεκδίκησης από το Άγιο Όρος και συγκεκριμένο ιδιώτη μιας έκτασης 17.000 στρ. στη Χαλκιδική.

Το σημαντικότερο όμως είναι η βάση στην οποία στηρίχτηκε η απόφαση για την ισχύ του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, “ότι η έκταση αποτελούσε δημόσια γαία του Οθωμανικού Δημοσίου, η οποία μετά την προσάρτηση των Νέων Χωρών περιήλθε στη Κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου”.

Το τεκμήριο αυτό υπάρχει, όχι βέβαια γιατί θέλησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση να δημεύσουν αυτές τις γαίες, αλλά γιατί απορρέει από τη Συνθήκη Απελευθέρωσης της Κωνσταντινουπόλεως (1832), το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) και τις μετέπειτα συνθήκες προσαρτήσεων των νέων χωρών.

Το Ελληνικό Δημόσιο λοιπόν έχει το δικαίωμα να προβάλλει το τεκμήριο κυριότητας στις  άγριες γαίες, δηλαδή στις μη καλλιεργούμενες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις.

Ας δούμε όμως πως το υπερασπίστηκαν οι ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα και ποιές περιοχές της ελληνικής επικράτειας αφορά.

Κατά πρώτον το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου είναι μαχητό, που σημαίνει ότι στο Δημόσιο ανήκουν όλες οι άγριες γαίες, πλην αυτών που αναγνωρίστηκαν με έναν εκ των νομίμων τρόπων. Είτε με νομοθετική παρέμβαση του ελληνικού κράτους, από την πρώτη με το Βασιλικό Διάταγμα του 1836 μέχρι και την πιο πρόσφατη του νόμου 3203/2003, είτε με αναγνωριστικές αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών στο οποίο προσέφυγαν οι ενδιαφερόμενοι, είτε με αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών Δικαστηρίων.

Τίτλοι από αυτές τις διαδικασίες έχουν υπάρξει αρκετοί, από τις μικρές ιδιοκτησίες, που οι Οθωμανοί είχαν επί της κυριαρχίας τους και όταν αποχωρούσαν τις μεταβίβαζαν, μέχρι την εξαγορά μεγάλων ιδιοκτησιών από Έλληνες και φιλέλληνες πλουσίους, πράγμα που εφαρμόστηκε ιδιαίτερα στην Αττική και την Εύβοια.

Χρησικτησία σε αυτές τις εκτάσεις δεν υπάρχει, εκτός αν αποδειχθεί η νομή τους σύμφωνα με το ελληνορωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή επί 35 χρόνια προ του 1915.

Μέσα όμως από αυτές τις διαδικασίες το τεκμήριο κυριότητας πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή, αφού έγινε πιο στοχοποιημένη η εφαρμογή του στις εκτάσεις, που διέπονται από τη δασική νομοθεσία, δηλαδή στα δάση, τις δασικές και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις. Όμως επειδή σε πολλές περιοχές, επί Οθωμανικής κυρίαρχίας υπήρχαν δάση που είχαν συνδεθεί με νομές, που με την απελευθέρωση μεταβιβάστηκαν σε Έλληνες, αυτές δημιούργησαν ένα ιδιότυπο δικαίωμα χρήσης και κατοχής (όχι κυριότητας) που φτάνει μέχρι σήμερα. Για τις εκτάσεις αυτές χρησιμοποιείται ο όρος διακατεχόμενα. Βέβαια είναι γνωστή και η διαφορετική προσέγγιση του τεκμηρίου κυριότητας μεταξύ του κράτους και των ιδιωτών - μοναστηριών, αλλά αυτό μπορούμε να το δούμε σε άλλη προσέγγιση.

Η διαδικασία κατάρτισης των Δασικών χαρτών στις περιοχές που δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου δεν ανέδειξε πολλά εμπράγματα προβλήματα, όπως στα Ιόνια νησιά, στις Κυκλάδες και αλλού. Εκεί η Πολιτεία μπορεί να προβάλλει μόνο το δικαίωμα της δασοπολιτικής επιτήρησης.

Στις περιοχές όμως που ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου αυτό που πρέπει να δούμε στην ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων είναι μέχρι ποίου σημείου θα αποδεχτούμε την εφαρμογή του, αλλά και πως θα τακτοποιήσουμε τη σχέση χρήσης και κυριότητας όλων αυτών των εκτάσεων.

Τα κύρια προβλήματα που θα αναδειχθούν την ώρα της εγγραφής των εμπράγματων δικαιωμάτων στο Εθνικό Κτηματολόγιο είναι αυτά που αφορούν:

1)στους αγρούς το 1945 που σήμερα έγιναν δάση (χαρακτηρισμός στον δασικό χάρτη ΑΔ) και

2)στις χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις το 1945 που εκχερσώθηκαν για γεωργική καλλιέργεια (χαρακτηρισμός στο δασικό χάρτη ΔΑ)

Η απάντηση για τους δασωθέντες αγρούς είναι απλή: Πριν την κύρωση να καταστεί σαφές ότι τα γεωτεμάχια αγροτικής μορφής που δεν έφεραν δασική βλάστηση το 1945 και απέκτησαν την μορφή της δασικής έκτασης σήμερα, όπου και αν βρίσκονται, δεν διέπονται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, εκτός των περιπτώσεων που βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές ή οριοθετημένα δασικά οικοσυστήματα ή επιβάλλεται να κηρυχθούν αναδασωτέα, σύμφωνα με το νόμο.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να επιδιωχθεί η ανταλλαγή τους  με ανάλογες αγροτικές εκτάσεις ή να αποζημιωθούν ανάλογα και απο τις εισφορές των ευεργετούμενων από τη σύνταξη των δασικών χαρτών. Μόνον τότε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο θα βρει τη σωστή του εφαρμογή.

Οι δασικές και χορτολιβαδικές που εκχερσώθηκαν για γεωργική καλλιέργεια (χαρακτηρισμός στο δασικό χάρτη ΔΑ) αποτελούν εκτάσεις που η αλλαγή χρήσης  μπορεί να τεκμηριωθεί με τη Δήλωση ΟΣΔΕ, όταν μάλιστα συνδεθεί και με τις προηγούμενες χρονιές για καλύτερη αιτιολόγηση. Μια και η Ε.Επιτροπή για να εγκρίνει τις ενισχύσεις θεωρεί δεδομένη τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγικής δραστηριότητας που ασκείται στις δηλούμενες εκτάσεις.

Όσον αφορά στα εμπράγματα δικαιώματα, από τη στιγμή που η αλλαγή χρήσης τεκμηριώνεται σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορούν να ακολουθηθούν διαδικασίες αναγνώρισης ανάλογες με αυτές που τεκμηριώνουν δικαιώματα σε αγροτικές εκτάσεις, που στη προκειμένη περίπτωση συνδέονται με συγκεκριμένη χρήση.

Ειδικά για τις εκτάσεις αυτές το άρθρο 74 του ν. 998/79 προέβλεπε ότι εντός πενταετίας, δηλαδή μέχρι το 1984 ,έπρεπε να χαρτογραφηθούν και να παραδοθούν για διαχείριση και διάθεση αγροτική. Γι αυτό πρέπει  να αποσυρθεί ο χαρακτηρισμός τους ως δασικές.

Για όσα εδάφη παραμείνουν δασικού χαρακτήρα και αμφισβητηθεί η κυριότητά τους από το τεκμήριο του Δημοσίου μπορούν να γίνουν προσφυγές, είτε μέσω της διοικητικής οδού στο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών, είτε μέσω δικαστικής οδού στα αρμόδια Δικαστήρια.

Οι παραπάνω προτάσεις ασφαλώς και μπορούν να υπηρετήσουν το ζητούμενο, τη  λειτουργεία χωρίς προβλήματα της αγροτικής δραστηριότητας σε όλη την ελληνική ύπαιθρο.

Αν όμως υλοποιηθεί η πρόθεση της Κυβέρνησης για υποχρέωση του Δημοσίου να αποδείξει την ιδιοκτησία του, επί των εκτάσεων που ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, αυτό θα αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβράβευση των καταπατήσεων δημόσιας περιουσίας από καταβολής του Ελληνικού κράτους.


Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Ο Λήλας είχε στείλει μήνυμα

Γράφει ο Βαγγέλης Αποστόλου, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ευβοίας και Πρώην Υπουργός 

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής 16.08.2020


Οκτώ συνάνθρωποί μας χάθηκαν άδικα. Περιουσίες και κόποι μιας ζωής στη λάσπη. Υποδομές και δίκτυα εξαφανίστηκαν. Για όλα αυτά η βασική αιτία είναι η απουσία έργων πρόληψης και ορθολογικής διαχείρισης των περιοχών που επλήγησαν. 

Το καλοκαίρι του 2019 είχαμε τη μεγαλύτερη φωτιά στη χώρα μας στη Δίρφυ (25.000 στρ.). Τα απαραίτητα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα που έπρεπε να γίνουν άμεσα έμειναν απλές εξαγγελίες του κ. Χατζηδάκη.

Το Δεκέμβρη του 2019 το δέλτα του Λήλαντα ποταμού πλημμύρισε στέλνοντας μήνυμα στην Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση Στερεάς Ελλάδας ότι θα επανέλθει αν δεν γίνουν τα απαραίτητα έργα καθαρισμού και αποκατάστασης του καναλιού. Η απάντηση ήταν “έχουμε τα χρήματα”, δυστυχώς όμως έργα δεν έγιναν.

Αναφέρομαι σε συγκεκριμένα περιστατικά γιατί κάποτε πρέπει να αναδεικνύονται με τεκμηρίωση όχι μόνο τα αίτια, αλλά και οι ευθύνες που οδηγούν σε τραγωδίες. Γιατί είναι βολικό για πολλούς όταν συμβαίνουν καταστροφές σαν κι αυτές που βιώσαμε στην Εύβοια να απαντούν με τη φράση “ότι υπάρχουν διαχρονικές ευθύνες” και να σταματούν εκεί, που σημαίνει διάχυση ευθυνών με κατάληξη την αμνηστία.

Αυτή την ώρα όμως προέχει η ανακούφιση των πληγέντων και η αποκατάσταση των ζημιών.

Η ολιγόλεπτη επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην περιοχή δεν άφησε κάτι το συγκεκριμένο, 
πέραν της επικοινωνιακής διαχείρισης. Οι ανακοινώσεις των Υπουργών της επόμενης ημέρας ήταν όχι μόνο κατώτερες των αναγκών, αλλά και αποτελούσαν επανάληψη, είτε των γνωστών μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού, όπως η αναστολή των εκκρεμών φορολογικών υποχρεώσεων σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις στις πληγείσες περιοχές, είτε έργων που έχουν ανακοινωθεί πολλές φορές ως σήμερα, όπως η παράκαμψη της Χαλκίδας. 

Ειδικά για τη βιβλική καταστροφή ανακοινώθηκε η καταβολή αποζημιώσεων στους πληγέντες
με σκοπό να αντιμετωπίσουν τις άμεσες ανάγκες επιβίωσης και την αντικατάσταση της οικοσκευής τους που υπέστη ζημιές, ένα συνολικό ποσό ύψους 3 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει με βάση τις πρώτες δικές μας εκτιμήσεις ότι στα 2.000 σπίτια που έχουν πλημμυρίσει αντιστοιχεί για κάθε νοικοκυριό για την επιβίωσή του και την αντικατάσταση της οικοσκευής του ένα ποσό 1.500 ευρώ και όχι όπως έχει διαρρεύσει 600 για επιβίωση και έως 6.000 για οικοσκευή, δηλαδή 6.600.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι βάζουν τους πληγέντες σε μια πολύπλοκη διαδικασία.

Αυτό που πραγματικά είναι εξοργιστικό είναι ότι δεν ειπώθηκε ούτε μια λέξη για την άμεση αντιμετώπιση των αιτίων που προξένησαν τη συγκεκριμένη καταστροφή λες και σε επόμενο χρόνο δεν υπάρχει περίπτωση να επαναληφθεί το φαινόμενο.

Είναι κι αυτό χαρακτηριστικό για το πως βλέπουν το αύριο του νησιού.

https://www.avgi.gr/article/10811/11365601/bangeles-apostolou-o-lelas-eiche-steilei-menyma

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Αγροτικοί συνεταιρισμοί: Από την εξυγίανση επί ΣΥΡΙΖΑ στην άλωση από τους ιδιώτες

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου στην Αυγή τη Δευτέρα 20/7/2020

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όταν ψήφισε τον Ν. 4384/2016 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και τις μορφές συλλογικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου, τόλμησε κάτι που τα προηγούμενα χρόνια φάνταζε αδύνατο: το ξεκαθάρισμα του συνεταιριστικού χώρου.

Η υφιστάμενη δομή του συνεταιριστικού κινήματος, που υπάρχει εδώ και 100 χρόνια, δημιουργεί διαρκώς μεγάλες οικονομικές υπερχρεώσεις στο συνεταιριστικό κίνημα, απαξιώνει τις υφιστάμενες συνεταιριστικές οργανώσεις και διευκολύνει την αναπαραγωγή τού αγροτοπατερισμού. Αυτό πρέπει να σταματήσει με τη δημιουργία ισχυρών και αποτελεσματικών συνεταιρισμών.

Βρήκε μια εικονική πραγματικότητα, 6.500 περίπου συνεταιρισμούς, σφραγίδες οι περισσότεροι, με 750.000 αγρότες μέλη. Μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής του νόμου, οι ενεργοί συνεταιρισμοί ανέρχονται στους 880 και ο συνολικός αριθμός των μελών στις 140.000 περίπου, χωρίς δυστυχώς να είναι όλα ενεργά μέλη.

Βασική μας κατεύθυνση ήταν οι συνεταιρισμοί να έχουν το απαραίτητο οικονομικό μέγεθος, να λειτουργούν με δημοκρατικές διαδικασίες, να έχουν υψηλό το αίσθημα της συνεργασίας και της αλληλεγγύης και να μπορούν να παρέχουν οικονομική εξυπηρέτηση, μαζί με κίνητρα ζωής και αξιοπρέπειας, σε όσους αγρότες παραγωγούς εντάσσονται ελεύθερα σ' αυτούς.

Βέβαια, είναι γεγονός ότι οι διατάξεις ενός νόμου δεν είναι ικανές, από μόνες τους, να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση και την επιχειρηματική ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Χρειάζονται άνθρωποι και συγκεκριμένα αγρότες καταρτισμένοι με συνεργατική κουλτούρα που να μπορούν να λειτουργήσουν στη λογική και στις απαιτήσεις τους. Δυστυχώς, σε αυτό τον τομέα, κανένας νόμος δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα και να διαμορφώσει ισχυρή συνεργατική κουλτούρα, χρειάζεται συστηματική κατάρτιση και εκπαίδευση, γεγονός που απαιτεί χρόνο και, κυρίως, διάθεση από τους αγρότες.

Ο μανδύας τού μέλους-επενδυτή

Η παρέμβαση της κυβέρνησης της Ν.Δ. στο νομοθετικό πλαίσιο των συνεταιρισμών ανέδειξε ουσιαστικά τη μία και μοναδική στόχευσή της, που δεν είναι άλλη από την άλωση των συνεταιρισμών από ιδιώτες με τον μανδύα τού μέλους-επενδυτή.

Η είσοδος των ιδιωτών στο κεφάλαιο των αγροτικών συνεταιρισμών, και μάλιστα με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στα όργανα διοίκησης, ευνοεί σκανδαλωδώς όλους αυτούς που θέλουν να περάσουν τα περιουσιακά στοιχεία των συνεταιρισμών, με πολύ λίγα χρήματα, σε ιδιώτες επενδυτές.

Η διάταξη αυτή συνάντησε την καθολική άρνηση από τους φορείς του χώρου. Ήταν χαρακτηριστική η τοποθέτηση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου του Γενικού Διευθυντή της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας (τα μέλη της ξεπερνούν τους 1,2 δισ. συνεταιριστές): “Όπου επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί μια τέτοια ρύθμιση, απέτυχε”.

Προς άλλη κατεύθυνση ο νόμος της Ν.Δ. δεν πρόσθεσε κάτι. Αντίθετα, καταργήθηκαν μερικές διατάξεις, που θα πρόσφεραν σημαντικά στη λειτουργία και ανάπτυξη του θεσμού, όπως είναι:

α) Το ταμείο για τη συνεταιριστική εκπαίδευση. Στη χώρα μας είναι το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται διαχρονικά. Η συνεταιριστική εκπαίδευση, μία από τις βασικές δραστηριότητες των συνεταιρισμών, αφήνεται και πάλι στην τύχη της.

β) Η δυνατότητα που έδινε ο προηγούμενος νόμος στους συνεταιρισμούς να δημιουργούν μεταξύ τους κλαδικούς συνεταιρισμούς προκειμένου να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη προς όφελος των συνεταιρισμένων παραγωγών.

γ) Ο περιορισμός στις θητείες των προέδρων προκειμένου να σταματήσει η αναπαραγωγή του αγροτοπατερισμού, καθώς και ο αναλογικότερος τρόπος εκλογής των διοικήσεων με τη δικαιολογία ότι δημιουργούνται αδύναμες διοικήσεις.

Δεν μπορεί να ισχυρίζεσαι σε έναν θεσμό που βασική του αρχή είναι η συνεργασία και η αλληλεγγύη ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν τα μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο. Είναι φανερό ότι πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς κρύβονται αυτοί που έχουν συνηθίσει να λειτουργούν με τη λογική της κλειστής παρέας και όχι με τις δημοκρατικές διαδικασίες του συνεταιρισμού.

δ) Ο ΟΔΙΑΓΕ, ένας οργανισμός που ήταν έτοιμος να λειτουργήσει, με στόχο να προστατεύσει και να αξιοποιήσει προς όφελος των συνεταιρισμών την πτωχευμένη περιουσία τους, μετά την ολοκλήρωση της πτωχευτικής διαδικασίας που δεν θα πρέπει να διαιωνίζεται και

ε) Οι αγροτοδιατροφικές συμπράξεις, για τις οποίες διεπίστωσαν γρήγορα το λάθος τους και επανέφεραν τη διάταξη στην επόμενη νομοθετική πρωτοβουλία του ΥΠΑΑΤ.

Από την ψήφισή του ο συγκεκριμένος νόμος, τον Μάρτιο του 2020, μέχρι σήμερα η βασική του στόχευση, της εισόδου μελών-επενδυτών, όχι μόνο δεν υπήρξε ενδιαφέρον, αντίθετα, οι περισσότεροι συνεταιρισμοί αποφεύγουν να συμπεριλάβουν τη σχετική διάταξη στα καταστατικά τους.

Καλές πρακτικές και ανούσιες αλλαγές

Έτσι λοιπόν, σε συνδυασμό με την κακή ανασκευή ορισμένων άρθρων του προηγούμενου νόμου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτός ο νόμος όχι μόνο δεν θα προσφέρει τίποτα στους συνεταιρισμούς, αντίθετα, θα τους βάλει στην ταλαιπωρία ανούσιων αλλαγών στα καταστατικά τους και σε δυσκολίες στην εφαρμογή του.

Από τον Ν. 4384/16, που βρήκε τους συνεταιρισμούς σε βαθιά κρίση, σταμάτησε την κατάρρευσή τους και έθεσε τις βάσεις για την αναγέννησή της, όσες διατάξεις και να αφαιρέσεις, ο πυρήνας του νομοσχεδίου παραμένει στις παρακάτω διατάξεις που συνεχίζουν να ισχύουν και είναι:

1. Η καθιέρωση του ηλεκτρονικού μητρώου συνεταιρισμών, που λειτουργεί ως εργαλείο καταγραφής, ελέγχου και αξιολόγησής της, ώστε να αντλούμε σήμερα χρήσιμα στοιχεία ακόμη και για τους ανενεργούς συνεταιρισμούς.

2. Η κατάργηση του χρεοκοπημένου θεσμού των Ενώσεων, καθώς και της απαξιωμένης ΠΑΣΕΓΕΣ, δίνοντας προτεραιότητα να αναπτυχθεί το κύτταρο του συνεργατισμού. Οι συνεταιρισμένοι αγρότες για πρώτη φορά απέκτησαν άμεση σχέση με τον συνεταιρισμό τους χωρίς τον κίνδυνο επαναφοράς στο παλιό καθεστώς.

3. Η υποχρεωτική παράδοση στον συνεταιρισμό της παραγωγής των μελών, παρ’ όλο που είναι μια αυτονόητη για τη φιλοσοφία των συνεταιρισμών διάταξη που θα μπορούσε και να μην υπάρχει αν οι συνεταιρισμοί λειτουργούσαν σωστά.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Γιατί η Εύβοια αντιδρά στη νέα επέλαση των ανεμογεννητριών

Άρθρο στην Αυγή της Κυριακής 14/6/2020

Γράφει ο Βαγγέλης Αποστόλου Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας & πρώην Υπουργός ΑΑΤ 

Η αντίδραση της Εύβοιας στην πρόθεση της κυβέρνησης να ιδρυθούν αιολικά πάρκα σε όλη την επικράτεια της χώρας έχει πάρει αυτές τις ώρες διαστάσεις καθολικής αποδοχής. Μετατρέπεται σε ένα νέο κίνημα, ανάλογο με αυτό που υπήρξε πριν από χρόνια στον εργατικό της χώρο, με τις κινητοποιήσεις για την ανεργία που έπληξε το νησί. Η μαζικότητα της συγκέντρωσης για τον σκοπό αυτόν στη Στενή, στις 7.6, ήταν χαρακτηριστική. 

Όντως πρέπει στην κάλυψη των ενεργειακών της χώρας να γίνει μια στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (αιολικά πάρκα και φωτοβολταϊκά τόξα κυρίως), αλλά η Περιφερειακή Ενότητα Εύβοιας έχει ήδη απαντήσει εδώ και χρόνια με την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στα πολλά και γιγαντιαία πάρκα που έχουν χωροθετηθεί στη νότια Εύβοια. 

Η εικόνα που εισπράττει κάποιος ταξιδεύοντας με αεροπλάνο πάνω από την Καρυστία είναι ενδεικτική: συστοιχίες γιγαντιαίων ανεμογεννητριών με μορφή πυραυλικών συστημάτων έχουν φυτρώσει σε όλες τις βουνοκορφές της περιοχής. 

Οι κινητοποιήσεις σε όλη την Ελλάδα, μέσα και από τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, έχουν καταστήσει αναγκαία την αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού για τις ΑΠΕ. Οι μεθοδεύσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), για να ξεπεράσει την υποχρέωση αυτή, προκαλούν τις τοπικές κοινωνίες τόσο επειδή τις αγνοούν όσο και διότι υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. 

Ήδη η ΡΑΕ έχει συντάξει, από μόνη της, έναν χάρτη, Γεωπληροφοριακό τον ονοματίζει, στον οποίο απεικονίζεται η πυκνότητα των τοποθετημένων και των εγκριθεισών αιολικών εγκαταστάσεων, αλλά και αυτών που προτείνει η ίδια κατά Περιφερειακή Ενότητα. Αυτόν τον χάρτη θέλει ουσιαστικά να μετατρέψει σε Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ. 

Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι δεν κάνει η ίδια τη μέτρηση του αιολικού δυναμικού στις θέσεις που προτείνει, αλλά ο ίδιος ο επενδυτής, και μάλιστα με τη δυνατότητα ο χάρτης αυτός να επικαιροποιείται συνεχώς, ανάλογα με τα αιτήματα. 

Δηλαδή με απλά λόγια όλα γίνονται ερήμην των τοπικών κοινωνιών και της Τοπικής - Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης και προς όφελος των συμφερόντων που έχουν προεπιλεγεί. 

Για την Εύβοια η τεκμηρίωση της αντίδρασης στηρίζεται και στην τεράστια περιβαλλοντική της βαρύτητα, που ήδη την έχει βάλει σε έναν δρόμο ανάπτυξης, με την αξιοποίηση των τεράστιων περιβαλλοντικών της πλεονεκτημάτων. 

Έτσι λοιπόν η άποψη που έχει πλέον εμπεδωθεί είναι ότι η Εύβοια δεν θα στέρξει σε καμία επιπλέον αδειοδότηση αιολικού πάρκου. Και βέβαια ο αγώνας θα αναδείξει και άλλα ζητήματα, όπως αυτό της κυριότητας των δασικών εκτάσεων που προτείνονται, αλλά και του ύψους του ανταποδοτικού τέλους που πρέπει να καταβάλλεται στις τοπικές κοινωνίες από τις λειτουργούσες μονάδες. Συνεχίζουμε... 





Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Βαγγέλης Αποστόλου: Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί οδηγούνται σε ιδιωτικά χέρια


Έντυπη Έκδοση Αυγής
Δημοσίευση: 01 Μαρτίου 2020 18:30


Του Βαγγέλη Αποστόλου*

Αρχίζει την ερχόμενη Τρίτη στην Ολομέλεια της Βουλής και ψηφίζεται τη Τετάρτη νομοσχέδιο που έφερε η Κυβέρνηση για τους συνεταιρισμούς. Η συζήτηση τις προηγούμενες ημέρες στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής ανέδειξε τη μία και μοναδική στόχευσή του, που δεν είναι άλλη από την άλωση των συνεταιρισμών από ιδιώτες με τον μανδύα του μέλους επενδυτή.

Η είσοδος των ιδιωτών στο κεφάλαιο των αγροτικών συνεταιρισμών, και μάλιστα με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στα όργανα διοίκησης, ευνοεί σκανδαλωδώς όλους αυτούς που θέλουν να περάσουν τα περιουσιακά στοιχεία των συνεταιρισμών, με πολύ λίγα χρήματα, σε φυσικά πρόσωπα.


Όπου εφαρμόστηκε απέτυχε

Η διάταξη αυτή συνάντησε την καθολική άρνηση από τους φορείς του χώρου, με εξαίρεση έναν σύνδεσμο συνεταιρισμών. Παρά τον ισχυρισμό του υπουργού ότι μια τέτοια είσοδος θα λύσει το πρόβλημα της χρηματοδότησης και ανάπτυξης των συνεταιρισμών, κανένας δεν πείστηκε ότι αυτό είναι κάτι περισσότερο από όνειρο θερινής νυκτός. Ήταν χαρακτηριστική η τοποθέτηση του προσκεκλημένου της Επιτροπής γενικού διευθυντή της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας (τα μέλη της ξεπερνούν τους 1,2 δισ. συνεταιριστές): “Όπου επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί μια τέτοια ρύθμιση απέτυχε”.

Έτσι λοιπόν μετά από αυτή την παταγώδη αποτυχία της πιο σημαντικής κατά τον υπουργό διάταξης, σε συνδυασμό με την κακή ανασκευή ορισμένων άρθρων του προηγούμενου νόμου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν θα προσφέρει τίποτα στους συνεταιρισμούς, αντίθετα θα τους βάλει στην ταλαιπωρία ανούσιων αλλαγών στα καταστατικά τους και σε δυσκολίες στην εφαρμογή του.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όταν ψήφισε τον Ν. 4384/2016 δεν είχε την ψευδαίσθηση ότι θα αυξήσει τους συνεταιρισμούς στη χώρα. Στόχος της ήταν, και το κατάφερε, να ξεκαθαρίσει ο αριθμός των ενεργών συνεταιρισμών.

Βρήκε μια εικονική πραγματικότητα, 6.500 περίπου συνεταιρισμούς, σφραγίδες οι περισσότεροι, με 750.000 αγρότες - μέλη.
Σήμερα οι ενεργοί συνεταιρισμοί ανέρχονται στους 880 και ο συνολικός αριθμός των μελών στις 140.000 περίπου, χωρίς να είναι όλα ενεργά μέλη.

Αυτά που χρειάζονται σήμερα είναι:

1.
Να συνεχιστεί η προσπάθεια εξυγίανσής τους προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγροτών για τους συνεταιρισμούς.

2. Να αντιμετωπιστεί ριζικά η διαχρονική υπερχρέωσή τους.

3. Να δοθούν πρόσθετα κίνητρα στην ένταξη των αγροτών στους συνεταιρισμούς.

Είναι γεγονός ότι οι διατάξεις ενός νομοσχεδίου δεν είναι ικανές, από μόνες τους, να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση και την επιχειρηματική ανάπτυξη των συνεταιρισμών.

Βέβαια, τους συνεταιρισμούς τους αναδεικνύουν οι άνθρωποι και συγκεκριμένα οι καταρτισμένοι με συνεργατική κουλτούρα αγρότες που μπορούν να λειτουργήσουν στη λογική και στις απαιτήσεις τους. Ούτε προς αυτή την κατεύθυνση το νομοσχέδιο πρόσθεσε κάτι. Αντίθετα, αφαίρεσε.

Το ταμείο και η συνεταιριστική εκπαίδευση


Πρόσθετα προβλήματα στον χώρο δημιουργούν οι καταργήσεις διατάξεων που πρόσφεραν σημαντικά στη λειτουργία του θεσμού, όπως είναι η κατάργηση του ταμείου για τη συνεταιριστική εκπαίδευση. Στη χώρα μας είναι το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται διαχρονικά. Η συνεταιριστική εκπαίδευση, μία από τις βασικές δραστηριότητες των συνεταιρισμών, αφήνεται και πάλι στην τύχη της.

Καταργείται ο ΟΔΙΑΓΕ, ένας οργανισμός που ήταν έτοιμος να λειτουργήσει, με στόχο να προστατεύσει και να αξιοποιήσει προς όφελος των συνεταιρισμών την πτωχευμένη περιουσία τους, μετά την ολοκλήρωση της πτωχευτικής διαδικασίας που δεν θα πρέπει να διαιωνίζεται.

Καταργείται η δυνατότητα που έδινε ο προηγούμενος νόμος στους συνεταιρισμούς να δημιουργούν μεταξύ τους κλαδικούς συνεταιρισμούς προκειμένου να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη προς όφελος των συνεταιρισμένων παραγωγών ίσως θέλουν να αναπτύξουν κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Καταργείται ο περιορισμός στις θητείες των προέδρων καθώς και ο αναλογικότερος τρόπος εκλογής των διοικήσεων με τη δικαιολογία ότι δημιουργούνται αδύναμες διοικήσεις. Δεν μπορεί να ισχυρίζεσαι σε έναν θεσμό που βασική του αρχή είναι η συνεργασία και η αλληλεγγύη ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν τα μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο. Είναι φανερό ότι πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς κρύβονται αυτοί που έχουν συνηθίσει να λειτουργούν με τη λογική της κλειστής παρέας και όχι με τις δημοκρατικές διαδικασίες του συνεταιρισμού.

Από τον Ν. 4384/16, που βρήκε τους συνεταιρισμούς σε βαθιά κρίση, σταμάτησε την κατάρρευσή τους και έθεσε τις βάσεις για την αναγέννηση τους, όσες διατάξεις και να αφαιρέσεις, ο πυρήνας του νομοσχεδίου παραμένει στις παρακάτω διατάξεις:

1. Στην καθιέρωση του ηλεκτρονικού μητρώου συνεταιρισμών που λειτουργεί ως εργαλείο καταγραφής, ελέγχου και αξιολόγησης τους, ώστε να αντλούμε σήμερα χρήσιμα στοιχεία ακόμη και για ανενεργούς συνεταιρισμούς.

2. Στην κατάργηση του χρεοκοπημένου θεσμού των ενώσεων, καθώς και της απαξιωμένης ΠΑΣΕΓΕΣ, δίνοντας τη δυνατότητα να αναπτυχθεί το κύτταρο του συνεργατισμού. Οι συνεταιρισμένοι αγρότες για πρώτη φορά απέκτησαν άμεση σχέση με τις οικονομικές τους οργανώσεις χωρίς επαναφορά στο παλιό καθεστώς.

3. Στην υποχρεωτική παράδοση στον συνεταιρισμό της παραγωγής των μελών παρ' όλο που είναι μια αυτονόητη για τη φιλοσοφία των συνεταιρισμών διάταξη που θα μπορούσε και να μην υπάρχει αν οι συνεταιρισμοί λειτουργούσαν σωστά.

Τι συνεταιρισμούς θέλουμε


Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: θέλουμε συνεταιρισμούς μεγέθους ή μικρούς, κατακερματισμένους, που θα αναζητούν εναγωνίως πρόσβαση σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα για την επιβίωσή τους;

Ο προηγούμενος νόμος είχε σαφή στόχευση: μόνο οι πραγματικοί συνεταιρισμοί που έχουν το απαραίτητο οικονομικό μέγεθος λειτουργούν με δημοκρατικές διαδικασίες και έχουν υψηλό το αίσθημα της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μπορούν να παρέχουν οικονομική εξυπηρέτηση, μαζί με κίνητρα ζωής και αξιοπρέπειας σε όσους εντάσσονται ελεύθερα σ' αυτούς.

* Ο Βαγγέλης Αποστόλου είναι βουλευτής Εύβοιας του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων


Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Αγροτοδασικές Πυρκαγιές: Να επανεξετάσουμε την αντιμετώπισή τους


Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου (*) 

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής στις 18/08/2019 



Εδώ και χρόνια βιώνω στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Εύβοια την εξέλιξη μιας τουλάχιστον αγροτοδασικής πυρκαγιάς με καταστροφικές επιπτώσεις. Τη φετινή χρονιά βίωσα ακόμη μία, σε άλλη περιοχή, την Ελαφόνησο, με τεράστιες επιπτώσεις κι αυτή, ιδιαίτερα οικολογικές.

Και οι δύο φωτιές προκλήθηκαν σε ημέρες που είχαν χαρακτηριστεί επικίνδυνες από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, δηλαδή με υψηλές θερμοκρασίες και έντονους αέρηδες, αλλά και σε περιοχές με δύσκολο ανάγλυφο, δηλαδή σε συνθήκες που δεν επέτρεπαν την επέμβαση των εναέριων μέσων

Γι αυτό και στις δύο περιοχές οι ζημιές έγιναν τη πρώτη ημέρα, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες, μία στην Ελαφόνησο και τρείς στην Εύβοια που χρειάστηκαν για να τεθούν υπό έλεγχο οι φωτιές επιχειρούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα εναέρια μέσα (γράφω το κείμενο σε ώρα που επιχειρούν ακόμη στην Εύβοια).

Εμπρηστής στην πρώτη η χωματερή του νησιού, στη δεύτερη αιωρούμενη ακόμη η απορία τι εξυπηρετεί ο εμπρηστής που φαίνεται ότι χτυπάει την περιοχή επί 3 συνεχόμενα χρόνια, την ίδια χρονκή περίοδο.

Κι εδώ μπαίνουν τρία βασικά ερωτήματα:

Πρώτον ως πότε θα ανέχεται όχι μόνο η Πολιτεία, αλλά και οι τοπικές κοινωνίες να λειτουργούν ως μπαρουταποθήκες οι χωματερές; Η απάντηση είναι απλή, όταν οι τοπικοί δημοτικοί άρχοντες υποστούν τις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος.

Δεύτερον γιατί αγνοούνται στη διαδικασία της δασοπυρόσβεσης οι παράγοντες πρόληψη- έγκαιρη επέμβαση, φτάνοντας μέχρι του σημείου όταν αναφερόμαστε στην καταστολή να εννοούμε την εναέρια επέμβαση; Η απάντηση, όταν η πρόληψη ενταχθεί στη δασοπυρόσβεση ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των πυρκαγιών, όπως και η επίγεια έγκαιρη επέμβαση-καταστολή.

Και τρίτον δεν έχει ακόμη γίνει αντιληπτό ότι τουλάχιστον τις μισές ημέρες το χρόνο και στη μισή ελληνική επικράτεια δεν είναι δυνατή και αποτελεσματική η επιχειρησιακή λειτουργία των εναέριων μέσων; Η απάντηση είναι αυτονόητη, ότι θα χρησιμοποιούνται όταν μπορούν να επιχειρούν, αλλά για να υπάρχει επιχειρησιακό αποτέλεσμα και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να έχουν υλοποιηθεί οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα.

Ασφαλώς όλοι χρειάζονται, αλλά ο σχεδιασμός πρέπει να γίνεται με βάση τις αιτίες που προξενούν και επεκτείνουν τις αγροτοδασικές πυρκαγιές και τις δυνατότητες που υπάρχουν σε κάθε περιοχή για αποτελεσματική επέμβαση.

Ένας σωστός σχεδιασμός πυροπροστασίας προϋποθέτει την κατάρτιση αντιπυρικών σχεδίων σε όλη την επικράτεια, τα οποία πρέπει να στηρίζονται κυρίως στην πρόληψη και δευτερευόντως στην καταστολή.

Ο διαχωρισμός της πρόληψης από την καταστολή στέρησε επίσης και τη δυνατότητα στη Δασική Υπηρεσία, που ασχολείται με τη διαχείριση των δασών, να συμμετέχει στη δασοπυρόσβεση. Δεν υπάρχει προηγούμενο ο διαχειριστής ενός φυσικού οικοσυστήματος, ο Δασάρχης στην προκειμένη περίπτωση, να απουσιάζει όταν αυτό καταστρέφεται. Έγινε μια προσπάθεια προεκλογικά για συμμετοχή της Δασικής Υπηρεσίας στη δασοπυρόσβεση, αλλά τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν έχει βρει εφαρμογή.

Όμως ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στους κατοίκους της υπαίθρου που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, μιας και αυτοί έχουν από τις πυρκαγιές τις περισσότερες επιπτώσεις από οποιονδήποτε άλλο. Αναφέρω ένα παράδειγμα: Το 60% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις. Όταν καίγονται και κηρύσσονται (πολύ σωστά) αναδασωτέες χάνονται οι δυνατότητες αυτές.

Γι αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, όπως είναι οι κτηνοτρόφοι στην προκειμένη περίπτωση, οι αγρότες, οι δασεργάτες και άλλοι να ασχοληθούν ενεργά και με τη δασοπροστασία αλλά και την εκμετάλλευση των δασών.

Όλα αυτά τα έχω διατυπώσει πολλές φορές την τελευταία εικοσαετία.


(*) Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ευβοίας

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Δασωμένοι αγροί: Ένα πρόβλημα που ζητάει λύση.



Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου στην Εφημερίδα Αυγή 
(Δημοσιεύτηκε την Τρίτη 2 Απριλίου 2019) 

Η αναγκαιότητα κατάρτισης των δασικών χαρτών δεν αμφισβητείται, γιατί αποτελεί το βασικότερο εργαλείο στην υπεράσπιση των δασών και την ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου. 
Όμως κατά τη διαδικασία αυτή, μερικές εκτάσεις που χαρακτηρίστηκαν δασικές, δημιούργησαν προβλήματα τόσο στις κοινοτικές ενισχύσεις του αγροτικού χώρου, όσο και στον χαρακτήρα και στην κυριότητα των χωραφιών που δασώθηκαν. 

Το πρόβλημα με τις ενισχύσεις αντιμετωπίζεται σταδιακά, όμως αυτό των δασωμένων αγρών είναι τεράστιο, γιατί οι κάτοικοι της υπαίθρου βλέπουν ότι χάνουν όχι μόνο τη χρήση, αλλά και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αφού γι' αυτές θα ισχύσει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου. 

Η μέχρι σήμερα πορεία στην κατάρτιση των δασικών χαρτών έχει φτάσει στην ανάρτηση του 50% της επικράτειας και έχει αναδείξει δύο βασικές κατηγορίες δασικού χαρακτήρα εδαφών που έχουν σχέση με καλλιεργούμενες εκτάσεις. Είναι οι αγροί έκτασης 3.500.000 εκατ. στρ. που προέκυψαν από την αποψίλωση αντίστοιχων δασών και έγιναν οικόπεδα με κτίσματα και αγροκτήματα με προοπτική και τα δάση έκτασης 1.500.000 εκατ. στρ. που προέκυψαν από την εγκατάλειψη και τη δάσωση αντίστοιχων αγρών. 

Όπως γίνεται κατανοητό, η αποδοχή αυτής της κατηγοριοποίησης στην κύρωση των δασικών χαρτών δημιουργεί πολλά προβλήματα, τόσο ισόρροπης εφαρμογής του δικαίου όσο και ηθικής μορφής. 

Το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντάσσονται οι συγκεκριμένοι χάρτες είναι σαφέστατο τόσο από το σύνταγμα, όσο και από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, που, όταν αναφέρονται στη δασική μορφή, έχουν ως σημείο αναφοράς την παλαιότερη βλαστική απεικόνιση που διαθέτουμε ως χώρα και είναι οι χάρτες του 1945, δηλαδή μια χρονική περίοδο κατά την οποία οι εκτάσεις αυτές ήταν αγροτικές. Είναι λοιπόν δίκαιο για την αναγνώριση της κυριότητας αυτών των εκτάσεων, δηλαδή των δασωμένων αγρών, να ισχύσει ό,τι για τις αγροτικού χαρακτήρα εκτάσεις. 

Είναι δε και ηθικό το θέμα, γιατί η δάσωση αυτών των αγρών προέκυψε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα από την αναγκαστική εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση των κατόχων τους για λόγους επιβίωσης. Την ίδια εποχή που δασώνονται οι αγροί αυτών που ξενιτεύονται άρον - άρον, δάση εκχερσώνονται είτε για χωράφια, είτε για οικοπεδοποίηση, πολλές φορές από επιτήδειους που εποφθαλμιούσαν παραθαλάσσια φιλέτα. Αυτοί λοιπόν οι τελευταίοι επιβραβεύονται με την εξαγορά του δικαιώματος κυριότητας έναντι συμβολικού τιμήματος, είτε ως αγροτικές εκτάσεις σήμερα, είτε ως οικιστικές πυκνώσεις αύριο. 

Είναι δραματικό το ερώτημα από τους θιγόμενους: μα θα μας πάρετε τα χωράφια που κληρονομήσαμε από τους παππούδες μας; 
Κι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στη μεγάλη πλειονότητά τους δεν κατέθεσαν καν αντιρρήσεις. 

Η άποψη ότι ο χαρακτηρισμός με βάση τη σημερινή μορφή υπηρετεί το περιβαλλοντικό ισοζύγιο είναι εσφαλμένη όχι μόνο γιατί οι δασωμένοι αγροί, που εντάσσονται στα δασικού χαρακτήρα εδάφη, είναι υπερδιπλάσιοι σε έκταση, αλλά και γιατί η απόδοσή τους στην αγροτική δραστηριότητα θα έχει, αν όχι μεγαλύτερο, τουλάχιστον ίσο περιβαλλοντικό αποτέλεσμα. 

Και το ερώτημα που μπαίνει είναι ποια λύση μπορεί να δοθεί ώστε και οι αγρότες να δικαιωθούν αλλά και το δασικό οικοσύστημα να μην επηρεαστεί αρνητικά. 

Η απάντηση είναι απλή: τα γεωτεμάχια αγροτικής μορφής που δεν έφεραν δασική βλάστηση και απέκτησαν τη μορφή της δασικής έκτασης, όπου κι αν βρίσκονται, δεν διέπονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, που σημαίνει ότι δεν ισχύει γι' αυτά το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, εκτός των περιπτώσεων που βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές ή οριοθετημένα δασικά οικοσυστήματα ή επιβάλλεται να κηρυχθούν αναδασωτέα σύμφωνα με τον νόμο. 

Αυτά για τους δασικούς χάρτες, που η διαδικασία σύνταξης δεν έχει φτάσει στη φάση της ανάρτησης. 

Η αντιμετώπιση όμως του ιδιοκτησιακού προβλήματος στο 50% των δασικών χαρτών της επικράτειας που έχουν αναρτηθεί περνά μέσα από δύο στάδια: 
* Το ένα αφορά στους δασωμένους αγρούς που στην περιοχή τους έχει γίνει μερική κύρωση των δασικών χαρτών η οποία τους δείχνει ως δασικού χαρακτήρα εδάφη. Στην περίπτωση αυτή, οι δασικοί χάρτες έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ όχι μόνο ως προς τη μορφή αλλά και ως προς την κυριότητα. 
Γι' αυτό και η λύση του προβλήματος απαιτεί πρωτίστως να ανασταλούν σε αυτές τις περιοχές τα αποτελέσματα της μερικής κύρωσης μέχρι την ολική τους κύρωση, κάτι που έγινε στο στάδιο της ανάρτησης για τις οικιστικές πυκνώσεις. 

* Το δεύτερο είναι να προηγηθεί η αναγνώριση των εμπράγματων δικαιωμάτων τόσο γι' αυτούς τους αγρούς όσο και για όσους οι δασικοί χάρτες αναγνωρίζουν ως δασωμένους αγρούς και βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της ανάρτησης ή θα προκύψουν με την πρόοδο των εργασιών σύνταξης. 

Οφείλω όμως να τονίσω κλείνοντας την παρέμβασή μου ότι για τους δασωμένους αγρούς που κρίνεται απαραίτητο να διατηρήσουν τη σημερινή τους μορφή πρέπει να επιδιωχθεί η ανταλλαγή τους με ανάλογες αγροτικές εκτάσεις ή να αποζημιωθούν ανάλογα και από τις εισφορές των ευεργετούμενων από τη σύνταξη των δασικών χαρτών. Μόνο τότε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο θα βρει τη σωστή του εφαρμογή. 

* Ο Βαγγέλης Αποστόλου είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας και τέως υπουργός


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Η αντιμετώπιση του δημογραφικού περνάει μέσα και από πολιτικές στήριξης της υπαίθρου Ελλάδας.


Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου στην Αυγή της Κυριακής (*)
(Δημοσιεύτηκε την Κυριακή 17 Μαρτίου 2019)

Σημαντική η συζήτηση που έγινε την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή για το δημογραφικό, αλλά δεν πρέπει να μείνουμε μόνο σ' αυτή. Χρειάζεται να δούμε και επιμέρους παραμέτρους, τόσο στα αίτια όσο και στην αντιμετώπισή τους. 

Θα σταθώ ιδιαίτερα στις επιπτώσεις που είχε στο πρόβλημα η απουσία πολιτικών στήριξης της υπαίθρου τη μεταπολεμική περίοδο, ενώ την ίδια περίοδο υπήρχαν δύο προκλήσεις για τους κατοίκους της, που οδήγησαν στη μετανάστευση ένα μεγάλο μέρος του ενεργού αγροτικού κόσμου. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του επιπέδου ζωής στα αστικά κέντρα και η δεύτερη η αναζήτηση απασχόλησης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. 

Η μετακίνηση αυτή έφερε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των αγροτικών περιοχών, αλλά και την ανάγκη κάλυψης των αναγκών σε εργατικά χέρια στην αγροτική δραστηριότητα. Η λύση όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη ήρθε από τους οικονομικούς μετανάστες, η ενσωμάτωση των οποίων, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990, συνέβαλε σημαντικά και στη βελτίωση της εικόνας του δημογραφικού. 

Όμως υπήρξε και μια άλλη επίπτωση, πολύ αρνητική αυτή, η αλλαγή των οικογενειακών στερεοτύπων για το μέγεθος της οικογένειας. Οι πολύτεκνες οικογένειες της επαρχίας, που αποτέλεσαν τη βασικότερη πηγή ζωής στη χώρα μας εδώ και χρόνια αποτελούν παρελθόν, αφού η μείωση του πληθυσμού στην επαρχία συνοδεύτηκε με την εξαφάνιση των πολυμελών οικογενειών. Κι αυτό που τελικά ήρθε, με χαρακτηριστικά πολύ επικίνδυνα, είναι η γήρανση του αγροτικού κόσμου. Το 32% των Ελλήνων αγροτών είναι ηλικίας άνω των 65 ετών και μόλις το 5% κάτω των 35 ετών. Ακόμη και σε αυτό το 63% των παραγωγών, που είναι από 35 έως 64 ετών, η πλειονότητα ξεπερνά τα 55 χρόνια. 

Ανάλογο πρόβλημα με την επαρχία δεν έχει μόνο η χώρα μας, έχουν όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρώπης. Για την αντιμετώπισή του εφαρμόζονται μέχρι σήμερα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη - μέλη, στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής, πρόσθετα κίνητρα για επενδύσεις και χορηγούνται ενισχύσεις για την είσοδο νέων αγροτών στον χώρο. Πάνω από 300 εκατ. ευρώ θα διατεθούν συνολικά για τη συγκεκριμένη δράση αυτήν την περίοδο και οι νέοι αγρότες που θα ενταχθούν θα φτάσουν τους 16.000, λαμβάνοντας ως εφάπαξ ενίσχυση από 17.000 έως 22.000 ευρώ ο καθένας. 

Η χώρα μας, εκτός της συμμετοχής της στο προηγούμενο μέτρο, αλλά και των γενικών μέτρων και ενισχύσεων που έχει πάρει για το δημογραφικό, προχώρησε και στη λήψη επιπλέον ειδικών μέτρων φορολογικού και επενδυτικού χαρακτήρα για τις ορεινές, τις νησιώτικες και τις απομονωμένες περιοχές. 

Θετικά μέτρα, αλλά δεν αρκούν. Απαιτείται μια συντονισμένη και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση που να στοχεύει στην παραμονή, μέσα από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων και στην παροχή καλύτερων οικονομικών ευκαιριών σε όσους θέλουν να επιστρέψουν στα χωριά τους. 

Εξάλλου η καθιέρωση του Ταμείου Συνοχής ως βασικό εργαλείο υπεράσπισης της περιφερειακής συνοχής έχει στους βασικούς του στόχους την αντιμετώπιση της εγκατάλειψης και ερημοποίησης της υπαίθρου Ευρώπης. 

Ανάλογα προγράμματα εισδοχής των νέων στη γεωργία έχουν υλοποιηθεί στη χώρα μας και τις προηγούμενες προγραμματικές περιόδους, τα αποτελέσματά τους όμως ήταν αποκαρδιωτικά, αφού οι οκτώ στους δέκα εγκατέλειψαν τον κλάδο τον δεύτερο και τρίτο χρόνο, όταν ήταν υποχρεωμένοι να λειτουργούν με τις δικές τους δυνάμεις. Κι αυτοί που συνέχισαν κρατήθηκαν στον χώρο γιατί συνέχισαν τη δραστηριότητα που ασκούσαν οι γονείς τους. 

Γι' αυτό, πέραν αυτού του είδους των επενδύσεων και των ενισχύσεων, χρειάζονται και παρεμβάσεις, τέτοιες και τόσες που να υπηρετούν την κοινωνική συνοχή, δηλαδή να μπορεί ο κάτοικος της υπαίθρου να συγκρίνει το επίπεδο της ζωής του, τόσο από πλευράς εισοδήματος όσο και από πλευράς συνθηκών διαβίωσης, με αυτό των κατοίκων των αστικών περιοχών. 

Και στην παράμετρο αυτή τα βασικότερα εργαλεία είναι οι τομείς εκείνοι που μπορούν να υπηρετηθούν, αλλά και να διασφαλίζουν ένα επαρκές ή και συμπληρωματικό εισόδημα. Κι αυτοί είναι ο αγροτοδιατροφικός και ο αγροτοτουριστικός τομέας. 

Η προώθηση και στήριξη των μικρών και μεσαίων αγροτοδιατροφικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίες, χάρη στη χρήση παραδοσιακών τεχνικών και μεθόδων παραγωγής, αξιοποιούν με ολοκληρωμένο και βιώσιμο τρόπο τους φυσικούς πόρους, όπως τα λιβάδια και τα διάφορα είδη κτηνοτροφικών καλλιεργειών, παράγουν προϊόντα με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και με ζήτηση μεγάλη στην αγορά. 

Ο αγροτουρισμός αποτελεί μια αναπτυξιακή δραστηριότητα μέσα από τη βιωματική γνωριμία με τον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής αγροτικής οικογένειας. Σημαίνει τη γνωριμία με τα πολιτισμικά στοιχεία μιας περιοχής, μέσα από την οργάνωση επισκέψεων σε ιστορικά και λοιπά τοπικά αξιοθέατα, καθώς και τη συμμετοχή σε υπαίθριες δραστηριότητες αναψυχής. 

Μπορούν λοιπόν οι περιοχές αυτές της υπαίθρου να συμβάλουν στην αναστροφή ή τη μείωση της συρρίκνωσης του πληθυσμού τους, αρκεί να εκμεταλλευτούν αυτές τις δυνατότητες. 

Χρειάζονται βοήθεια. Χρειάζεται πρωτίστως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει μια στρατηγική για το δημογραφικό πρόβλημα η οποία θα δίνει προτεραιότητα στις περιοχές αυτές και στις συγκεκριμένες δραστηριότητες, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες εκείνες που θα διευκολύνουν την ικανοποιητική εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής σε αυτούς που θέλουν να μείνουν στις ρίζες τους. 

Πρέπει επίσης να υπάρξει και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ευρωπαϊκών αλλά και των εθνικών κονδυλίων, που διατίθενται στις ορεινές και νησιωτικές ώστε να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους στην υπηρέτηση της συνοχής, που ταυτόχρονα σημαίνει και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. 

(*)τέως Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Να καταθέσουμε έγκαιρα το στρατηγικό μας σχέδιο για τη νέα ΚΑΠ (2021-2027)

Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου στην Αυγή της Κυριακής (*) 

(Δημοσιεύτηκε την Κυριακή 3 Μαρτίου 2019) 


Η συζήτηση για το μέλλον της ΚΑΠ ξεκίνησε την άνοιξη του 2016 στο άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας στο Άμστερνταμ και συνεχίστηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στη συνάντηση που διοργάνωσε ο Γάλλος Υπουργός Γεωργίας στο Σαμπόρ. Επισήμως μπήκε στην ατζέντα του Συμβουλίου Υπουργών Γεωργίας στις Βρυξέλλες, τον Μάρτιο του 2017. 

Η τοποθέτησή μας στα 5 σημαντικότερα ζητήματα, που από την πρώτη στιγμή αναδείχθηκαν, ήταν ξεκάθαρη. 
Επιμέναμε, συνεργαζόμενοι και με άλλες χώρες: 
Πρώτον, να μην μειωθεί ο προϋπολογισμός της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), 
Δεύτερον, να μην υπάρξει πλήρης σύγκλιση των άμεσων ενισχύσεων, 
Τρίτον, να αποτραπεί κάθε ιδέα ακόμη και για μικρού βαθμού συγχρηματοδότηση των άμεσων ενισχύσεων από εθνικούς πόρους,
Τέταρτον, να διατηρηθεί η αρχιτεκτονική της ΚΑΠ με τους δύο πυλώνες, άμεσες ενισχύσεις και αγροτική ανάπτυξη και 
Πέμπτον, να υπάρξουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε πιο δίκαιη και με καλύτερη στόχευση, κατανομή των ενισχύσεων. 

Έγιναν πολλές συζητήσεις και η Ε. Επιτροπή κατέθεσε το καλοκαίρι του 2018 τις προτάσεις της για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της συγκεκριμένης περιόδου, από τις οποίες είναι σαφές ότι η ΚΑΠ υφίσταται μειώσεις. Το ποσοστό του προϋπολογισμού της Ε.Ε. για την γεωργία μειώνεται σε σχέση με το υφιστάμενο. 

Με βάση τις εκτιμήσεις της Ε. Επιτροπής οι μειώσεις αυτές δεν θα είναι μεγαλύτερες από 3,9% για τις άμεσες ενισχύσεις των γεωργών και 5% για την ΚΑΠ συνολικά. Η τελική απόφαση θα ληφθεί σε επίπεδο κορυφής, όπου ήδη έχει γίνει μια συζήτηση, με τη χώρα μας να επαναλαμβάνει τη θέση μας. 

Για την άμεση σύγκλιση των ενισχύσεων δουλέψαμε συστηματικά για να πείσουμε τα κέντρα λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες ότι, η ενίσχυση με βάση την έκταση δεν αποτελεί την συνολική και την πιο αντικειμενική εικόνα για την κατανομή των ενισχύσεων μεταξύ των γεωργών της Ε.Ε. Αυτό το σκεπτικό αποτυπώθηκε στις προτάσεις της Ε. Επιτροπής, κατανέμοντας το βάρος της μερικής εξωτερικής σύγκλισης αναλογικά σε πολλά Κράτη-Μέλη. Είναι κατανοητό νομίζω το μέγεθος της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων αν αναλογιστούμε τι θα σήμαινε η εξομοίωση των άμεσων ενισχύσεών μας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. 

Η επιμονή μας, σε συνεργασία με άλλα κράτη-μέλη για την απόρριψη της πρότασης, έστω και μερικής επαναφοράς των εθνικών ενισχύσεων, που σημαίνει ουσιαστικά την επανεθνικοποίηση της ΚΑΠ, έφερε τη δέσμευση του Επιτρόπου Γεωργίας, με την οποία αποκλείστηκε, τουλάχιστον για την επόμενη προγραμματική περίοδο. 

Πρόβλημα υπάρχει δυστυχώς με την αρχιτεκτονική της νέας ΚΑΠ. Όπως προβλέπεται στα σχέδια των νέων Κανονισμών της Ε.Ε. αλλάζει σημαντικά σε σχέση με την υφιστάμενη, γεγονός που δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις προσαρμογής με όρους πολιτικής αλλά και τεχνοκρατικής προσέγγισης. 

Θα σταθώ ιδιαίτερα στην αρχιτεκτονική όχι μόνο γιατί πρόκειται για πολύ σημαντικό ζήτημα, αλλά και γιατί ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά καθώς μέχρι 31/12/2019, σύμφωνα με τα ισχύοντα θα πρέπει να είναι έτοιμα, το νέο Στρατηγικό Σχέδιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και να έχει υποβληθεί. Όπως επίσης να είναι έτοιμοι και οι μηχανισμοί υποστήριξης της εφαρμογής του. 

Αυτό απλά σημαίνει ότι μέχρι τότε θα πρέπει να έχουν γίνει όλα όσα απαιτούνται για να υπάρχει ετοιμότητα σε επίπεδο: 
  • Προτεινόμενων παρεμβάσεων και επαρκούς διαβούλευσης τους με τους παραγωγικούς φορείς, 
  • Μελετών προετοιμασίας και τεκμηρίωσης των παρεμβάσεων του νέου Στρατηγικού Σχεδίου, 
  • Μηχανογραφικών εφαρμογών υποστήριξης της νέας ΚΑΠ, δεδομένων των νέων αυξημένων απαιτήσεων για ενιαία παρακολούθησή της, στη βάση του νέου μοντέλου στοχοθέτησης, αξιολόγησης και πληρωμών της Ε.Ε. 

Με άλλα λόγια απαιτείται η λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που θα κατανεμηθούν τα δικαιώματα την νέα περίοδο, τον τρόπο που θα επιτευχθεί η εσωτερική σύγκλιση, κ.λ.π. και με τις παρεμβάσεις που θα πρέπει να σχεδιαστούν για να υπηρετήσουν τους στρατηγικούς στόχους της νέας ΚΑΠ για την ανταγωνιστικότητα, το περιβάλλον και την κοινωνική συνοχή. 

Οφείλουμε λοιπόν να αποτυπώσουμε στο νέο Στρατηγικό Σχέδιό μας τις αποφάσεις μας για τις νέες συνδεδεμένες, τα νέα οικο-προγράμματα, τα μέτρα για το κλίμα και το περιβάλλον, τα μέτρα για την αγροτική ανάπτυξη, τις παρεμβάσεις των ΚΟΑ με νέα τομεακά προγράμματα, την διαχείριση κινδύνων, την προώθηση της συμβουλευτικής, της κατάρτισης και της καινοτομίας, τους χρηματοδοτικούς πόρους που θα κατευθυνθούν σε κάθε παρέμβαση. 

Για όλα αυτά έχει έγκαιρα γίνει και μάλιστα με την κατάθεση από την Ε.Ε. προς διαβούλευση των σχεδίων των νέων Κανονισμών της ΚΑΠ, η απαραίτητη προετοιμασία σε όλα τα επίπεδα, με σαφές πλάνο για την μετάβαση στο νέο μοντέλο, με την εκπόνηση του σχεδίου της «Στρατηγικής για την Αγροτική Ανάπτυξη» για τα επόμενα χρόνια και με την εκπόνηση μελετών για την προετοιμασία της νέας ΚΑΠ. 

Παρά ταύτα διαπιστώνουμε ότι δεν έχει ανοίξει ο δημόσιος διάλογος για την εξειδίκευση της νέας ΚΑΠ, ενώ υπήρχε η σχετική ετοιμότητα και προετοιμασία, την στιγμή μάλιστα που οι διαβουλεύσεις με την Ε. Επιτροπή βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Η καθυστέρηση αυτή εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους για την έγκαιρη ανταπόκριση της χώρας στις υποχρεώσεις της τόσο απέναντι στην Ε.Ε. όσο και κυρίως απέναντι στους έλληνες παραγωγούς, αναφορικά τόσο με την υποβολή του Στρατηγικού Σχεδίου, όσο και με την ετοιμότητα πληρωμών τη νέα περίοδο. 

Είναι κρίμα να ακυρωθούν, λόγω καθυστέρησης στη λήψη των αναγκαίων πολιτικών αποφάσεων, οι σημαντικότατες προσπάθειες που έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα, όχι μόνο για να διασφαλιστεί η έγκαιρη και ομαλή ροή πληρωμών των παραγωγών, αλλά και για να είναι συνεπής και αξιόπιστη η χώρα μας στις σχέσεις της με τους θεσμούς και την Ε. Επιτροπή. 

(*) τέως Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Η αλήθεια για την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας στην ελληνική επικράτεια


Του Βαγγέλη Αποστόλου (*) 
Δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής στις 25/11/2018 

Η προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος για να μην γίνονται λανθασμένες εκτιμήσεις ξεκινά από μια παραδοχή: ότι ο γεωγραφικός χώρος της χώρας μας περιλαμβάνει εκτάσεις που σταδιακά προσαρτήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος, όπως ρητά περιγράφεται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, στη συνθήκη απελευθέρωσης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832 και στις μετέπειτα συνθήκες προσαρτήσεων των απελευθερούμενων ελληνικών εδαφών. 

Οι υπάρχουσες λοιπόν τότε μονές, όταν προβάλλουν αξιώσεις επί γαιών, θα πρέπει να κάνουν ρητή αναφορά στο προ των συνθηκών και μετά τις συνθήκες αυτές, καθεστώς δικαιωμάτων τους επί πάσης φύσεως εκτάσεων, επισυνάπτοντας μάλιστα στοιχεία, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από τη Διοίκηση και την Δικαιοσύνη. 

Επί οθωμανικής κυριαρχίας και διαρκούντος του απελευθερωτικού αγώνα οι μονές είχαν υποστεί πολλές κακουχίες από το τουρκικό κράτος, κι αυτό γιατί περιέθαλπαν αγωνιστές ή τους ενίσχυαν με πολεμοφόδια και τρόφιμα. Δεν μπορεί δηλαδή να αμφισβητηθεί η προσφορά των μοναχών στον απελευθερωτικό αγώνα, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τη διαφοροποίηση που ζητούν οι μονές στην αντιμετώπιση ζητημάτων κυριότητας σε εκτάσεις της χώρας. 

Οι μονές αντιμετωπίζονταν από το οθωμανικό κράτος ως ευαγή σχεδόν ιδρύματα, δηλαδή όπως τα τζαμιά. Δεν θεωρήθηκε όμως κατά την απελευθέρωση ότι τα κτήματα που νέμονταν, έπρεπε να αποτελέσουν κατά τις διαπραγματεύσεις και αντικείμενο ειδικής ρύθμισης, όπως απετέλεσαν τα βακουφικά. Σε καμιά περίπτωση δεν αντιμετωπίσθηκαν ως αυτοτελείς οικονομικές ενότητες με ακίνητη περιουσία έξω από τους κανόνες του οθωμανικού δικαίου. 

Ο Καποδίστριας και ο Όθωνας, όχι μόνο δεν έκαναν καμιά διάκριση στην αντιμετώπιση των υπαρχουσών 430 μονών, αλλά και διέλυσαν όσες είχαν δύναμη κάτω των έξι ατόμων, παίρνοντας ταυτόχρονα και την περιουσία τους. Οι υπόλοιπες 153 συνέχισαν να λειτουργούν, αλλά το 1834 τα περιουσιακά τους στοιχεία μπήκαν σε ειδικό καθεστώς διοίκησης και διαχείρισης, στο Εκκλησιαστικό Ταμείο, που συστάθηκε γι' αυτόν τον σκοπό. 

Το Βασιλικό Διάταγμα του 1833 

Μπορεί ένα χρόνο πριν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Ιουλίου 1833, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία υπήχθησαν οι μη διαλυθείσες 153 μονές να ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλος», αλλά ήταν ανεξάρτητη από το κράτος μόνο στα δογματικά ζητήματα. Όσον αφορά δε το μεταβατικό καθεστώς των γαιών, από αυτό του οθωμανικού κράτους σε αυτό του νεοελληνικού, ρυθμίστηκε με τα δύο Βασιλικά Διατάγματα της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 και της 17/29 Νοεμβρίου 1836. Σύμφωνα με αυτά, οι μονές της ελεύθερης Ελλάδας, αν προέβαλλαν αξιώσεις, όφειλαν να προσκομίσουν επίσημα τουρκικά έγγραφα (ταπία) που να αποδείκνυαν την εκχώρηση προς αυτές, από το επίσημο τουρκικό κράτος, της αποκλειστικής “οιονεί νομής επικαρπίας”, σε τέτοιες εκτάσεις, πράγμα που δεν έκαναν. 

Το ελληνικό κράτος, όπως συγκροτήθηκε σε οργανωμένο σύνολο εξουσιών, έλαβε οριστικές αποφάσεις για τις εκτάσεις αυτές το 1835, τις οποίες και γνωστοποίησε το 1838. Μάλιστα, για να λυθούν και τα προβλήματα που προέκυπτανμ με βάση τις συνθήκες απελευθέρωσης, από την υποχρέωση του ελληνικού κράτους να αποζημιώσει τους Οθωμανούς που έφευγαν, υπήρξε κι ένας συμβιβασμός με τους Τούρκους. Ο συμβιβασμός αυτός επικυρώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα που δεν καταργήθηκε έκτοτε και έχει ισχύ αναγκαστικού νόμου του κράτους, αφού απετέλεσε την οριστική ρύθμιση στο γαιοκτητικό ζήτημα της ελεύθερης Ελλάδας, από το πρώην οθωμανικό στο νέο ελληνικό πλέον κράτος. 

Το Εκκλησιαστικό Ταμείο διαλύθηκε τελικά το 1841 και τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών. Το 1847, ψηφίζεται ειδικός νόμος (ΝΖ) που ρύθμισε την παραχώρηση στις μονές που βρίσκονταν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τα κτήματά τους στην ελεύθερη Ελλάδα. Διαπιστώνεται όμως ότι στον νόμο δεν γίνεται καμία μνεία των διαδικαστικών λεπτομερειών απόδοσης των κτημάτων. Υπάρχουν μόνο αόριστες αναφορές. Για τις εκτάσεις αυτές ήδη με τα διατάγματα του 1833 και του 1836 είχαν ρυθμιστεί τα ζητήματα ιδιοκτησίας αλλά και επικαρπίας, μάλιστα αδιακρίτως υπηκοότητας για αξιούντες δικαιώματα. 

Το 1909 ιδρύεται ο Οργανισμός Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) προκειμένου να αναλάβει αυτός τη διαχείριση των κτημάτων των διατηρούμενων 153 μονών. Αργότερα, με τον Ν. 4684/1930 τα συγκεκριμένα ακίνητα κηρύχθηκαν είτε «εκποιητέα» είτε «διατηρητέα περιουσία», χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προηγούμενα. Υπήρξαν δηλαδή αβλεψίες που και σήμερα ακόμα δημιουργούν τεράστια προβλήματα στη Διοίκηση, σε πολίτες, στη Δικαιοσύνη και στην κτηματογραφική διαδικασία. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτεία σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να έκανε απαλλοτριώσεις στο πλαίσιο της αγροτικής νομοθεσίας στις εκτάσεις αυτές, προκειμένου να αποκατασταθούν ακτήμονες καλλιεργητές ή πρόσφυγες ή κτηνοτρόφοι, όμως από την άλλη πλευρά, και ο ΟΔΕΠ εκποίησε για λογαριασμό του σημαντικό μέρος της, με ενδιάμεσο φορέα συγκέντρωσης των χρημάτων και σύνταξης των σχετικών συμβολαίων την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας. 

Το σύνταγμα του 1952 

Η λειτουργία αυτή δημιούργησε ένα κλίμα διαρκών αμφισβητήσεων και από τις δύο πλευρές, μέχρι το 1952, που το σύνταγμα εξουσιοδότησε την τότε κυβέρνηση να απαλλοτριώσει γη προς όφελος των άκληρων και κτηνοτρόφων για περίοδο τριών ετών από της θέσεώς του σε ισχύ. Σε εκτέλεση αυτής της μεταβατικής διατάξεως, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και το Δημόσιο συνήψαν μία συμφωνία η οποία κυρώθηκε από το Δημόσιο με το Διάταγμα 2185/8.10.1952. 

Το άρθρο 36 του Διατάγματος αυτού δήλωνε κατ’ ουσίαν ότι το Δημόσιο θα παραιτείτο του λοιπού από τα δικαιώματα που είχε δυνάμει του άρθρου 104 του συντάγματος, αναφορικά με την απαλλοτρίωση ή την αναγκαστική μίσθωση περιουσίας της ελληνικής Εκκλησίας. Με βάση την συμφωνία, οι μονές θα έδιναν με πώληση τα τέσσερα πέμπτα των γεωργικών κτημάτων τους και τα δύο τρίτα των βοσκοτόπων τους και θα ελάμβαναν το ένα τρίτο της αξίας τους. Δεν υλοποιήθηκε στο σύνολό της ούτε αυτή η συνταγματική ρύθμιση. 

Έκτοτε ακολούθησαν δύο σημαντικές προτάσεις που έβαλαν στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους την παράμετρο της αξιοποίησης της ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας. Η πρώτη ήταν οι ρυθμίσεις του 1987 και του 1981 με τους νόμους 1700 και 1881, γνωστούς ως νόμους Τρίτση, και η δεύτερη η πρόσφατη συμφωνία. 

Οι νόμοι ισχύουν μέχρι σήμερα και βρήκαν εφαρμογή σε ένα σημείο κομβικό και για τη σημερινή συμφωνία: Με μια σύμβαση που υπέγραψαν η Πολιτεία και οι 149 από τις 153 μονές, το σύνολο της εκκλησιαστικής τους περιουσίας, περνούσε στον Οργανισμό Διοικήσεων Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), η δε Πολιτεία αναλάμβανε την υποχρέωση να παραχωρεί το 1% του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας, δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που συνδεόταν ουσιαστικά η συγκεκριμένη περιουσία με την οικονομική λειτουργία της Εκκλησίας. Ούτε αυτή η σύμβαση υλοποιήθηκε. 

Αξιοσημείωτες συμπτώσεις 

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η περιουσία που προέβλεπε συμπίπτει με αυτήν που προτείνεται σήμερα να ενταχθεί υποχρεωτικά στο Ταμείο Αξιοποίησης και που, σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση, το 1987, των γεωτεχνικών επιθεωρήσεων της πρώην ΑΤΕ, είναι 367.000 στρ. δάση, 753.000 στρ. βοσκότοποι και 190.000 στρ. αγροτικές εκτάσεις. 

Μάλιστα, για την αξιοποίηση της συγκεκριμένης περιουσίας υπήρξε κι άλλη απόπειρα, το 2013, με την οποία συστάθηκε η Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η οποία εντάσσεται επίσης στο Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας και διοικείται με το σημερινό κατά νόμον καθεστώς. 

Η νέα συμφωνία για να μην υπάρξουν περαιτέρω τριβές αποδέχεται το δικαίωμα της αμφισβήτησης της κυριότητας και από τις δύο πλευρές . Όμως, κάποια στιγμή, και μάλιστα ενόψει του Εθνικού Κτηματολογίου θα κληθούν όλες οι μονές, οι παλιές 153, αλλά και οι νέες, να προσκομίσουν τίτλους ή επίσημα έγγραφα, τα οποία πρέπει να θεμελιώνουν αξιώσεις επί των πάσης φύσεως ακινήτων τους. 


* τέως υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ευβοίας

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Βαγγέλης Αποστόλου: Είμαστε σε θέση μάχης για τη νέα ΚΑΠ

Συνέντευξη Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,
στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» της Κυριακής, στη δημοσιογράφο Αντιγόνη Ζούντα

-Όπως όλα δείχνουν, και φέτος υπάρχει εγρήγορση αγροτικών δυνάμεων και μάλιστα εντός των επόμενων ημερών έχουν προγραμματιστεί και κινητοποιήσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ως βασικό πρόβλημα αναδεικνύεται η μείωση του αγροτικού εισοδήματος σε σχέση και με τη φορολόγηση του εισοδήματος. Πώς απαντάτε σε αυτό;

«Όπως ξέρετε, τους αγρότες που κινητοποιούνται τους έχω καλέσει ήδη σε διάλογο για να δούμε ποια είναι αυτά τα ζητήματα τα οποία κατά την άποψή τους έχουν καθυστερήσει ή χρειάζονται λύση. Όπου υπάρχει δυνατότητα για λύση, μην έχετε καμία αμφιβολία ότι θα τη δώσουμε.

Για το εισόδημα δεν θέλω να ισχυριστώ ότι όλος ο αγροτικός κόσμος δεν έχει πρόβλημα. Ποτέ ιστορικά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε και τους ηττημένους του σκληρού ανταγωνισμού εντός και εκτός χώρας και όσους επωφελήθηκαν. Όπως επίσης και τους λόγους.

Δεν είναι, πάντως, αληθές ότι το αγροτικό εισόδημα έχει μειωθεί. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν αύξηση, γεγονός μάλιστα πολύ ενθαρρυντικό εν μέσω κρίσης. Ειδικά όμως για το φορολογικό, πιστεύω ειλικρινά ότι δεν πρέπει να το θέτουν οι αγρότες. Αρκεί μόνον να σας πω ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, για το εισόδημα του 2016, πλήρωσαν το 2017 φορολογία εισοδήματος, όλοι μαζί, 129 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 50 εκατ. λιγότερα από την προηγούμενη χρονιά. Το σύνολο δε των κατ’ επάγγελμα αγροτών πλήρωσε 69 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά μέσον όρο 120 ευρώ ο καθένας, χωρίς βεβαίως να λογαριάσουμε και τις επιστροφές που υπήρξαν από τον συμψηφισμό της προκαταβολής.

Να θυμίσω ακόμη ότι το 2015, πρώτη χρονιά διακυβέρνησής μας, αποτρέψαμε την προγραμματισμένη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις (Ν. 4172/2013) φορολόγηση του αγροτικού εισοδήματος, περιλαμβανομένων και των ενισχύσεων, από το πρώτο ευρώ, πράγμα που οδήγησε στο να πληρώσουν οι αγρότες 175 εκατ. αντί 440 εκατ. που θα πλήρωναν.»

-Ωστόσο και οι ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται από τους αγρότες δυσβάστακτες, παρ' ότι υποστηρίζατε ότι αν τις εξετάσουμε σε συνδυασμό με τις φορολογικές ελαφρύνσεις δεν θα έχουν καμία επίπτωση στο αγροτικό εισόδημα.

«Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ασφαλιστική επιβάρυνση σε σχέση με τα ισχύοντα είναι πολύ μικρότερη της φορολογικής ελάφρυνσης. Όμως οι αλλαγές που φέραμε όχι μόνο διέσωσαν τον ασφαλιστικό φορέα των αγροτών, που όδευε προς μηδενικές παροχές, αλλά και εξασφάλισαν μια προσαρμογή των ασφαλίστρων σε βάθος τετραετίας (μέχρι το 2019) και όχι απότομα, ενώ το εισόδημα που ορίστηκε ως βάση για τον υπολογισμό της κατώτατης ασφαλιστικής εισφοράς είναι το 80% του κατώτατου μισθού του ανειδίκευτου εργαζόμενου, δηλαδή τα 468 ευρώ τον μήνα ή 5.600 ευρώ τον χρόνο.

Στη συντριπτική πλειονότητά τους οι αγρότες (πάνω από το 80% των αγροτών) δηλώνουν ετήσιο εισόδημα μέχρι 5.000 ευρώ και συνεπώς οι ασφαλιστικές εισφορές που θα κληθούν να πληρώσουν είναι εκείνες της μικρότερης, υποχρεωτικής κλίμακας, ενώ αυτό που θα διασφαλίσουν είναι η εθνική σύνταξη των 384 ευρώ και οι ασφαλιστικές εισφορές τους να λειτουργούν ανταποδοτικά για πρόσθετη σύνταξη.
Γι’ αυτό λοιπόν επαναλαμβάνω ότι το αφορολόγητο στο εισόδημα και η εθνική σύνταξη είναι από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του αγροτικού κινήματος και δεν πρέπει να θέτουν γενικά θέμα φορολογικό - ασφαλιστικό οι αγρότες».

Διάλογος για τις κινητοποιήσεις

-Τότε για ποια θέματα τους καλείτε σε διάλογο;

«Κατ' αρχήν να πω ότι είναι δικαίωμα των αγροτών να αναδεικνύουν αυτοί τα προβλήματα που θεωρούν ότι πρέπει να λυθούν. Δική μας υποχρέωση είναι να τους ακούμε και να δίνουμε λύσεις. Θέματα που απαιτούν λύσεις πάντα υπάρχουν.

Για παράδειγμα, αν σήμερα οφείλουμε όλοι να ανοίξουμε σε συνεργασία μαζί τους ένα θέμα αιχμής, αυτό είναι το καθεστώς των αθέμιτων πρακτικών, των ελληνοποιήσεων, των ανεξέλεγκτων εισαγωγών πρώτων υλών, που μπορεί να μην επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής, αλλά επιδρούν καθοριστικά στη μείωση των τιμών παραγωγού. Η κυβέρνηση ψήφισε τον νόμο ενάντια στις ελληνοποιήσεις και την έγκαιρη πληρωμή του παραγωγού για τον σκοπό αυτόν, όμως χωρίς τον κοινωνικό έλεγχο οι επιτήδειοι πάντα θα βρίσκουν χαραμάδες. Να έχουν όμως όλοι αυτοί υπόψη πως η κυβέρνηση θα τις κλείσει, και μάλιστα ενημερώνω ότι το επόμενο διάστημα οι έλεγχοι σε κρίσιμους τομείς θα ενταθούν.»


-Την ίδια στιγμή επανέρχονται τα ζητήματα του υψηλού κόστους παραγωγής, που περιλαμβάνουν υψηλούς φόρους σε διάφορους κλάδους, απουσία μειώσεων στο αγροτικό πετρέλαιο και στην ενέργεια γενικότερα, σημαντικές δαπάνες για αγροτικά εφόδια / μέσα κ.λπ. Τι δυνατότητες υπάρχουν για ελάφρυνση σε αυτό το επίπεδο;

«Υπάρχουν πράγματα που γίνονται και άλλα που δεν γίνονται, λόγω των δεσμεύσεων που έχει η χώρα έναντι των δανειστών της. Ας μην ξεχνάμε πως με σκληρή διαπραγμάτευση της κυβέρνησης μειώθηκε - επανήλθε ο ΦΠΑ της συντριπτικής πλειονότητας των εισροών στο 13%. Δεσμεύσεις που ανέλαβε, μεταξύ άλλων, για να διατηρήσει τη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που εξασφαλίζει, μην το ξεχνάμε, περίπου 2,5 δισ. ευρώ ετησίως για αγροτικές ενισχύσεις. Και αυτά τα ποσά, πέραν των άλλων πολιτικών επιλογών, αποτελούν καθοριστικό παράγοντα της αγροτικής παραγωγής σε κλάδους που είναι πολύτιμοι αλλά πλήρως ανταγωνιστικοί και ιδιαίτερα κοστοβόροι.

Το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα έχει βαθιά τις ρίζες του στα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει χρόνια τώρα ο αγροτικός χώρος που εντάθηκαν από τη μεγάλη απαξίωση του συνεταιριστικού τομέα ως παράγοντα αφενός εξισορρόπησης ακραίων και ανεξέλεγκτων επιβαρύνσεων και αφετέρου σοβαρού και μεροληπτικά ανταγωνιστικού διαπραγματευτή τιμών των προϊόντων. Δυστυχώς γι’ αυτό δεν μπορούν όλα να λυθούν με την κίνηση ενός μαγικού ραβδιού και απαιτούνται συνεργασία, προτάσεις, χρόνος.

Στη μεν φυτική παραγωγή το μεγαλύτερο ποσοστό του κόστους αποτελεί η δαπανούμενη ενέργεια, στη δε ζωική παραγωγή οι ζωοτροφές. Ήδη γίνονται προσπάθειες με όλα τα συναρμόδια υπουργεία για τη βελτίωση της αποδοτικότητας πόρων κατά τη χρήση ενέργειας και διαχείρισης των υδάτων στον αγροτικό χώρο, των κανόνων κοστολόγησης - προσπάθειες που θα καταλήξουν σύντομα σε νομοθετικές ρυθμίσεις ή παρεμβάσεις.
Θεσμοθετήσαμε τη χρήση των ΑΠΕ για μείωση του κόστους παραγωγής, με εγκατάσταση μικρών φωτοβολταϊκών μονάδων σε ατομική και συλλογική βάση. Μάλιστα στο ΠΑΑ προβλέπουμε την ένταξη της εγκατάστασης ΑΠΕ μέσω των σχεδίων βελτίωσης. Δίνει πολύ σοβαρή ανάσα για να μειωθεί το κόστος παραγωγής στη φυτική παραγωγή.

Όσον αφορά το κόστος των ζωοτροφών είναι ήδη γνωστό ότι με τον νόμο των βοσκήσιμων γαιών ήδη κάναμε μία μικρή «επανάσταση» που δυστυχώς δεν έχει γίνει κατανοητή από πολλούς μέχρι και σήμερα, ώστε να οδηγηθούμε σε μείωση των λειτουργικών εξόδων του κτηνοτρόφου. Μέσω των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης κάθε κτηνοτρόφος θα έχει τη δική του λιβαδική μονάδα για τη διαθέσιμη βοσκήσιμη ύλη.

Υπάρχουν κι άλλες παρεμβάσεις (ένταξη νέων κτηνοτροφικών ειδών στην περίπτωση των συνδεδεμένων ενισχύσεων, χρηματοδοτικά εργαλεία ΠΑΑ, ομάδες παραγωγών, συνεργατικά σχήματα κ.λπ.) που μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη μείωση του κόστους παραγωγής.

Να δώσω όμως και μια άλλη διάσταση του παράγοντα “κόστος”: Όλοι γνωρίζουν την πλήρη απαξίωση της εφαρμοσμένης έρευνας και στον αγροτικό τομέα με αποτέλεσμα όλα τα αναγκαία χρηστικά μέσα παραγωγής να “αγοράζονται - εισάγονται” με υψηλότατο κόστος, επιβαρύνοντας όχι μόνο τους παραγωγούς, αλλά και το εθνικό ισοζύγιο.
Για τον λόγο αυτόν ο πρωθυπουργός σε όλες του τις ομιλίες δίνει έμφαση στην έρευνα και την καινοτομία, γι’ αυτό και εμείς ως ΥΠΑΑΤ κηρύξαμε το 2018 ως έτος έναρξης εφαρμογών ερευνητικών και καινοτόμων προσπαθειών στον αγροτικό τομέα σε μέσα, τεχνολογίες, διαδικασίες, σοβαρή αξιοποίηση εγχώριου πολλαπλασιαστικού υλικού και άλλα. Ευελπιστούμε σε αποτελέσματα σύντομα.»

-Η μειωμένη ρευστότητα σε συνδυασμό με τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει τα κόκκινα αγροτικά δάνεια έχουν οδηγήσει σε ασφυξία μεγάλο τμήμα του αγροτικού κόσμου, ενώ τίθεται επιτακτικά και το ζήτημα του ακατάσχετου αγροτικού λογαριασμού. Πώς θα ενισχυθούν αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς ώστε να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα;

«Στον τομέα της ρευστότητας είναι ήδη πολύ σοβαρή η συμβολή της δυνατότητας χρήσης της «κάρτας του αγρότη» που προωθήσαμε, όχι χωρίς δυσκολίες, και η οποία παρέχεται πλέον από όλες σχεδόν τις τράπεζες. Με τη ρευστότητα που αποκτά ο αγρότης, και μάλιστα με χαμηλά επιτόκια, του δίνεται η ευκαιρία να έχει ταυτόχρονα σοβαρή έκπτωση εφόσον στην ουσία αγοράζει αγροεφόδια μετρητοίς και συνεπώς μειώνει το κόστος παραγωγής του. Παρακολουθούμε στενά την διαδικασία αυτή και την αναμενόμενη ωφέλεια του παραγωγού.

Προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει σε εξέλιξη προσπάθεια δανειοδότησης και των δικαιούχων του λεγόμενου πρασινίσματος. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούν να λάβουν το 80% του πρασινίσματος που δικαιούνται έξι μήνες πριν από την καταβολή του, καθώς το ποσό θα πιστώνεται σε έναν ακατάσχετο τραπεζικό λογαριασμό.
Σύντομα θα έχουμε και την ενεργοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων του ΠΑΑ που θα εξασφαλίσουν την απαραίτητη στήριξη της ιδίας συμμετοχής των αγροτών προκειμένου να ενταχθούν στις ενισχύσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης. Μιλάμε για πόρους από 3% έως 7% των συνολικών πόρων του ΠΑΑ, ώστε να διευκολυνθεί η υλοποίηση επενδύσεων σε μέτρα όπως της μεταποίησης, των σχεδίων βελτίωσης και των ιδιωτικών δράσεων του Leader.

Για τα κόκκινα αγροτικά δάνεια υπάρχουν ορισμένες λύσεις για όλες τις περιπτώσεις και όλα τα χρέη, ανάλογες με αυτές των άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Και βέβαια ισχύει η απόφαση για ρύθμιση χρεών μέχρι 120 δόσεις και για τους αγρότες.
Το ακατάσχετο ρυθμίζεται με διάφορα νομοθετήματα και με τη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (αρ. 465/1999) που έγινε αποδεκτή από τον υφυπουργό Οικονομικών. Επίσης ακατάσχετες θεωρούνται και οι παροχές που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από τον ΕΛΓΑ βάσει του Ν. 1790/1988 και να μην ξεχνάμε τη δυνατότητα του κάθε αγρότη να ενεργοποιήσει το προσωπικό ακατάσχετο των 1.250 ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, επειδή η κατάσχεση χρημάτων που προορίζονται για επενδύσεις ή για αναπλήρωση απώλειας ζωικού ή φυτικού κεφαλαίου των αγροτών επηρεάζει σημαντικά τη δραστηριότητά τους, σύντομα θα αναλάβουμε, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, πρωτοβουλία να ενισχυθεί - διευκρινιστεί περαιτέρω το νομοθετικό πλαίσιο του ακατάσχετου για τους αγρότες.»

Το 2018 χρονιά αποφάσεων για αλλαγές στον ΕΛΓΑ

-Επιπλέον τίθεται και το θέμα των αποζημιώσεων για ζημιές στο φυτικό και ζωικό κεφάλαιο λόγω διαφόρων αιτιών, που είτε καθυστερούν σημαντικά είτε δεν περιλαμβάνονται στις καλύψεις από τον ΕΛΓΑ. Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση;

«Τη χρονιά που μας πέρασε ο ΕΛΓΑ κατέβαλε στους αγρότες και κτηνοτρόφους της χώρας περίπου 145 εκατ. ευρώ. Το 2017 ήταν η χειρότερη χρονιά αναφορικά με το πλήθος και την έκταση των ζημιών. Σημειώστε ότι από τότε που αναλάβαμε, παρ' ότι αντιμετωπίσαμε δύσκολες καιρικές συνθήκες, μειώσαμε τον χρόνο καταβολής των αποζημιώσεων στο μισό.
Όσον αφορά τις μη καλυπτόμενες από τον ΕΛΓΑ ζημιές, το 2018 είναι η χρονιά που θα ληφθούν αποφάσεις για αλλαγές στον κανονισμό ασφάλισης και την ασφαλιστική λογική του ΕΛΓΑ. Εκεί θα δούμε ποιες αλλαγές πρέπει πιθανώς να γίνουν και υπό ποιες προϋποθέσεις.»

-Η αντιπολίτευση θέτει διαρκώς θέμα καθυστερήσεων στην αξιοποίηση των πόρων, ύψους 6 δισ., του νέου Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ) 2014-2020, ενώ το υπουργείο αναφέρεται σε ταχύτερους, έναντι των παλαιών αντίστοιχων προγραμμάτων, ρυθμούς τόσο στις προκηρύξεις των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων όσο και στην πορεία απορρόφησης των σχετικών κοινοτικών κονδυλίων. Τι ισχύει τελικά;

«Η πλειονότητα των αναπτυξιακών δράσεων του ΠΑΑ έχει ήδη προκηρυχθεί. Συνολικά, σε μόλις δύο έτη από την έγκριση του νέου ΠΑΑ, το σύνολο της δημόσιας δαπάνης των μέτρων που έχουν προκηρυχθεί ξεπέρασαν τα 2,3 δισ. ευρώ, ενώ περισσότερα από 3,8 δισ. έχουν δεσμευθεί σε νέες προκηρύξεις και συνεχιζόμενα έργα, δηλαδή το 65% της δημόσιας δαπάνης του προγράμματος.

Με κίνδυνο να κουράσω, θα επαναλάβω πως για το 2017 οι πληρωμές ανήλθαν στο υψηλότερο κατ' έτος επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, συμπεριλαμβανομένης ολόκληρης της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου, και συγκεκριμένα στα 782 εκατ. δημόσια δαπάνη (με εισροή κοινοτικών πόρων που αντιστοιχεί σε 719 εκατ.), ενώ και το 2016, πρώτη χρονιά εφαρμογής του ΠΑΑ, οι πληρωμές ανήλθαν σε εξίσου υψηλά επίπεδα και συγκεκριμένα σε 650 εκατ. δημόσια δαπάνη (566,8 εκατ. κοινοτική συμμετοχή).

Ανεξάρτητα από το τι λέει ο καθένας, τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Το ΠΑΑ υπερκάλυψε τον στόχο του ΕΣΠΑ συνεισφέροντας με το μεγαλύτερο ποσό απορρόφησης πόρων στο ΠΔΕ και κατ’ επέκταση εισροής κοινοτικών πόρων στη χώρα, μεταξύ των 20 επιχειρησιακών προγραμμάτων του ΕΣΠΑ. Να σας πω χαρακτηριστικά ότι το Πρόγραμμα έφτασε τον κοινοτικό μέσο όρο απορρόφησης, παρά την καθυστέρηση έγκρισής του κατά ένα χρόνο έναντι των προγραμμάτων των υπόλοιπων κρατών, και μάλιστα είναι δεύτερο ως προς τον ρυθμό αύξησης πληρωμών μεταξύ των 28 κρατών - μελών της Ε.Ε.»

Εξετάζεται παρέμβαση για τη σύγκλιση των δικαιωμάτων

-Βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για την αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. και ήδη έχετε εκφράσει στις Βρυξέλλες προβληματισμό και ανησυχία για το μέλλον της ΚΑΠ, καθώς, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος της επανεθνικοποίησης παραμένει ορατός. Παράλληλα, εθνικά ζητήματα όπως η αναγκαία αναδιανομή των δικαιωμάτων, δηλαδή η διαφοροποίηση του καθεστώτος των ιστορικών δικαιωμάτων και της δυνατότητας άμεσης σύγκλισης των ενισχύσεων, δεν έχουν προωθηθεί. Ποια είναι η πρόταση της ελληνικής πλευράς και πώς βλέπετε να διαμορφώνεται τελικά η ΚΑΠ μετά το 2020;

«Σε ό,τι αφορά τη μετά το 2020 ΚΑΠ όλες οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ανοιχτές και η συμμετοχή μας στη συζήτηση αυτή είναι ουσιαστική. Η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσουμε είναι όχι μόνο η διασφάλιση επαρκών πόρων, αλλά και η ισορροπία μεταξύ των πόρων και των υποχρεώσεων που θα αναλάβουν τόσο η ΚΑΠ όσο και οι γεωργοί μας. Είμαστε βεβαίως αντίθετοι σε όποια μορφή επανεθνικοποίησης των ενισχύσεων. Είμαστε σε θέση μάχης, θα έλεγα, έχοντας μια ολιστική προσέγγιση που αφορά το ίδιο το μέλλον της Ε.Ε.

Υπάρχουν, πάντως, και πριν από τη νέα ΚΑΠ προϋποθέσεις παρέμβασης. Εξετάζουμε έντονα το ενδεχόμενο σύγκλισης των δικαιωμάτων εντός του 2018, το οποίο αποτελεί προτεραιότητα του πρωθυπουργού για να αρθούν οι αδικίες που κληρονομήσαμε. Είναι αδιανόητο στην ίδια Περιφέρεια, στο ίδιο προϊόν, να είναι η ελάχιστη μοναδιαία αξία 3 ευρώ ανά στρέμμα, η μέγιστη 1.300 ευρώ και η θεωρητική 25 ευρώ. ή στις δενδρώδεις και στους αμπελώνες, όπου η ελάχιστη μοναδιαία αξία να είναι 4,42 ευρώ, η μέγιστη 1.459,15 ευρώ και η θεωρητική 50 ευρώ. Αυτή την κατάσταση πρέπει να την αλλάξουμε και προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε, σε συνεννόηση πάντα με τους εταίρους μας.»