Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Νέα ΚΑΠ 2023-2027: κεντρικό επίδικο η πράσινη αρχιτεκτονική

 Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην Υπουργού,

στην Εφημερίδα των Συντακτών τη Δευτέρα 7/6/2021 

Καθώς οδεύουμε, όπως όλα δείχνουν, προς ολοκλήρωση των μακροχρόνιων διαβουλεύσεων για την οριστικοποίηση του μεταρρυθμιστικού πακέτου της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) 2023-2027, κορυφώνονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των τριών αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.), δηλαδή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στη διαδικασία αυτή αναδεικνύονται ουσιαστικά θέματα που αφορούν το κοινό μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας, όπως είναι η πλήρης εσωτερική σύγκλιση των ιστορικών δικαιωμάτων με όρους δίκαιης οικονομικής και κοινωνικής μετάβασης, οι συνδεδεμένες ενισχύσεις με στοχευμένη στήριξη των γεωργικών προϊόντων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διεξόδου στις αγορές και η κοινωνική αιρεσιμότητα ως μηχανισμού ελέγχου τήρησης της κοινωνικής-εργατικής νομοθεσίας από τους αγρότες, ενώ καταδεικνύεται η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον σχεδιασμό από την εφαρμογή, τις φιλοδοξίες από την πραγματικότητα, τις προσδοκίες και τις επιθυμίες από τον ρεαλισμό, ειδικά ως προς το κεντρικό επίδικο της διαβούλευσης, που αφορά την «πράσινη αρχιτεκτονική» της νέας ΚΑΠ.

Ως προς τα παραπάνω θέματα υπάρχει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, καθώς θεωρείται ότι συμβάλλουν καθοριστικά στον προσανατολισμό της νέας ΚΑΠ αναφορικά και με τους τρεις γενικούς στόχους που έχει θέσει και οι οποίοι αφορούν την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα της γεωργίας και των αγροτικών περιοχών της Ε.Ε.

Η περιβαλλοντική διάσταση, σε συνδυασμό με τη κλιματική αλλαγή και την αυξημένη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας ως προς τα περιβαλλοντικά θέματα, οδήγησε στη διαμόρφωση μιας περισσότερο «πράσινης ατζέντας» από την Ε.Ε., η οποία οδήγησε στην Πράσινη Συμφωνία και ειδικά για τη γεωργία στις στρατηγικές «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» και «Βιοποικιλότητα». Κατ' επέκταση υπήρξε και η δέσμευση για ενσωμάτωση της πράσινης στροφής στο σύνολο των πολιτικών της Ενωσης, συμπεριλαμβανομένης της ΚΑΠ.

Η διαβούλευση συνεπώς για τη νέα ΚΑΠ άπτεται του βαθμού ενσωμάτωσης σε αυτήν των κλιματικών και περιβαλλοντικών στόχων σε βάθος ουσιαστικά πενταετίας (2023-2027), με το Συμβούλιο να επιθυμεί μια ήπια προσαρμογή καθώς οι νέες και πιο φιλόδοξες δεσμεύσεις που θα χρειαστεί να αναλάβουν οι παραγωγοί προϋποθέτουν αφ' ενός περισσότερο χρόνο προσαρμογής και αφ' ετέρου περισσότερους πόρους που, όπως διαπιστώσαμε από τη συμφωνία για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), δεν διατίθενται, αφού οι πόροι του για τη νέα ΚΑΠ μειώθηκαν σε επίπεδο Ε.Ε. Υπό αυτό το πρίσμα, η ήπια προσαρμογή την οποία επιδιώκει το Συμβούλιο μεταφράζεται για παράδειγμα:

  • σε μεγαλύτερη δοκιμαστική περίοδο εφαρμογής των νέων προβλέψεων,
  • σε χαμηλότερα υποχρεωτικά ποσοστά για τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς στόχους επί των επιμέρους δαπανών τόσο του Πυλώνα Ι για τα οικολογικά σχήματα όσο και του Πυλώνα ΙΙ (με αυξημένη συνεισφορά των δαπανών της εξισωτικής αποζημίωσης στο περιβάλλον),
  • σε μεγαλύτερη ευελιξία μεταφοράς πόρων και εντός του Πυλώνα Ι (π.χ. μεταφορά αχρησιμοποίητων πόρων σε μη περιβαλλοντικές άμεσες ενισχύσεις) και μεταξύ των δύο Πυλώνων της ΚΑΠ,
  • σε σχέση με την αυστηρότερη προσέγγιση του Κοινοβουλίου.

Για τη χώρα μας, με την υφιστάμενη παραγωγική διάρθρωση της αγροτικής της οικονομίας, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των γεωργικών της προϊόντων, την ήπια σχετικά άσκηση της γεωργικής δραστηριότητας με το χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, την πλούσια βιοποικιλότητα, τον μεγάλο αριθμό προστατευόμενων περιοχών (Natura και Υψηλής Φυσικής Αξίας), το σημαντικό ενεργειακό δυναμικό κ.λπ., ο «πράσινος μετασχηματισμός» δεν αποτελεί ένα εγχείρημα που θα πρέπει να μας φοβίζει ή να μας δημιουργεί επιφυλάξεις. Απλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική γεωργία όχι μόνο ποιοτικά, αλλά και οικολογικά, συγκαταλέγεται στις πιο φιλικές προς το περιβάλλον της Ε.Ε.

Γι' αυτό και η γεωργία μας αποτελεί το ενδεδειγμένο αναπτυξιακό μοντέλο, αρκεί να συνοδεύεται από δυνατότητες που θα επιτρέπουν τόσο στους Έλληνες αγρότες να προσαρμοστούν ομαλά, διασφαλίζοντας την απασχόληση και το εισόδημά τους, όσο και στις αγροτικές περιοχές να διατηρήσουν την ελκυστικότητα και τη δυναμική τους, ώστε να μην εγκαταλειφθούν.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου